Ρίτσαρντ Ρόρτυ – Προς μια μετα-μεταφυσική κουλτούρα, συνέντευξη στον Michael O’ Shea

Η παρακάτω συνέντευξη του αμερικανού φιλοσόφου Richard Rorty δημοσιεύτηκε την άνοιξη του 1995 στο Harvard Review of Philosophy. 

μετάφραση: Αναστασία Ματσακίδου

Συνέντευξη στον Michael O’ Shea

Εδώ και μια δεκαπενταετία, ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ έχει επιδοθεί σε δριμεία κριτική της αμερικανικής ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Αυτό που διαφοροποιεί όμως την ρορτιανή αμφισβήτηση του κυρίαρχου ρεύματος, είναι ότι προέρχεται εκ των έσω: Από την καρδιά της «αναλυτικής» φιλοσοφικής κουλτούρας, ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ο Ρόρτυ, εμπεδώνοντας τον πραγματισμό του William James και του John Dewey, αναδύθηκε με μία θέση που βρίσκεται στον αντίποδα των συμπερασμάτων αυτής της κουλτούρας.

Ο Ρόρτυ είναι περισσότερο γνωστός για το πρώτο του βιβλίο, «Η φιλοσοφία και ο καθρέφτης της φύσης» (1979). Χρησιμοποιώντας τα λόγια ενός σύγχρονου σχολιαστή, αυτό το έργο «πετυχαίνει ένα θανατηφόρο πλήγμα στην βορειο-ατλαντική φιλοσοφία με το να αφηγείται μια ιστορία σχετικά με την ανάδυση, την ανάπτυξη και την έκπτωση, την βαθμιαία απώλεια του κύρους των βασικών της προτάσεων: της «αντιστοιχητικής» θεωρίας της αλήθειας (correspondence theory of truth), της αντίληψης της προνομιακής αναπαράστασης και της ιδέας ενός αναστοχαστικού υπερβατολογικού υποκειμένου»1. Αντλώντας από το έργο των W.V. Quine και Donald Davidson, ο Ρόρτυ επιχειρεί να δείξει πως η αναλυτική φιλοσοφία είναι αποτέλεσμα μιας κληρονομημένης εικόνας του ανθρώπινου νου ως «καθρέφτη της φύσης», ως εν δυνάμει κατόπτρου της a priori φύσης των πραγμάτων. Επικαλούμενος τον όρο «αντι-αναπαραστατισμός» για να υποδείξει τη θέση του, ο Ρόρτυ αντιτίθεται στην άποψη ότι ο σκοπός της φιλοσοφίας και της επιστήμης είναι να αναπτύξει μια εικόνα που θα υποδεικνύει πώς μοιάζει ο κόσμος χωρίς τις ανθρώπινες έγνοιες. Η ίδια η ιδέα μιας τέτοιας εικόνας, ισχυρίζεται, είναι αντιφατική.

Πρόσφατα, το έργο του Ρόρτυ μετατοπίστηκε από την κριτική της επιστημολογίας σε μια ευρύτερη αμφισβήτηση των προσπαθειών παροχής μεταφυσικών θεμελίων στην φιλελεύθερη δημοκρατία. Στο αμφιλεγόμενο βιβλίο του «Τυχαιότητα, ειρωνεία, αλληλεγγύη» (1989), σκιαγραφεί ένα είδος μετα-μοντέρνας ουτοπίας, μία κοινωνία τα μέλη της οποίας έχουν εγκαταλείψει την αναζήτηση μιας ενοποιητικής θεωρίας της ανθρώπινης φύσης, και «αρκούνται στην αντιμετώπιση της αυτοδημιουργίας και της ανθρώπινης αλληλεγγύης ως εξίσου έγκυρων, αλλά εσαεί ασύμμετρων αιτημάτων»2.

Στο πρώτο κεφάλαιο της «Τυχαιότητας», ο Ρόρτυ διατείνεται πως οι πρώτες του έρευνες στην φιλοσοφία της γλώσσας μπορεί να συνδέονται με την μετέπειτα ενσάρκωση, από πλευράς του, του ρόλου του κοινωνικού σχολιαστή, γράφοντας ότι «οι Φρόυντ, Νίτσε και Μπλουμ κάνουν για την συνείδησή μας ό,τι ο Βιτγκενστάιν και ο Davidson κάνουν για την γλώσσα μας, δηλαδή, αναδεικνύουν την απόλυτη τυχαιότητά της»3. Η ανάδειξη της τυχαιότητας, που επεκτείνεται στη γλώσσα, την κοινωνία, και τον εαυτό, είναι ο κεντρικός θεματικός άξονας του Ρόρτυ. Το έργο του προσπαθεί να μας θεραπεύσει από την επιθυμία να χρησιμοποιούμε τη μεταφυσική για να εξηγήσουμε τα τυχαία γεγονότα που μας έκαναν αυτό που είμαστε· επιδιώκει να μας δώσει το θάρρος των τυχαιοτήτων μας.

Αυτή η συνέντευξη διεξήχθη τον Οκτώβριο του 1994 στην πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια, όπου ο Ρόρτυ δίδασκε από το 1982.

HRP4: Τι είναι μετα-μεταφυσική κουλτούρα;

Ρόρτυ: Μία ποιητικοποιημένη, ή μετα-μεταφυσική, κουλτούρα είναι αυτή στην οποία η επιταγή που είναι κοινή για τη θρησκεία και τη μεταφυσική – να βρεθεί μία ανιστορική, διαπολιτισμική μήτρα για τη σκέψη, κάτι στο οποίο όλα έχουν την θέση τους και όπου μπορούν να συνταιριαστούν τα πάντα, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον τόπο τους- έχει στερέψει και εκλείψει.

Θα ήταν μια κουλτούρα στην οποία οι άνθρωποι θα φαντάζονταν τους εαυτούς τους ως όντα που δημιουργούν τα ίδια την ζωή και τον κόσμο τους, και όχι ως όντα υπόλογα στο Θεό ή «τη φύση της πραγματικότητας,” που τους υπαγορεύει τι λογής είναι αυτή η πραγματικότητα.

HRP: Βλέπετε να τείνουμε προς αυτό το είδος πολιτισμού;

Ρόρτυ: Νομίζω ότι από την εποχή των Ρομαντικών, υπήρξαν πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση στην ευρωπαϊκή και αμερικανική κουλτούρα. Υπήρξαν οι Emerson και Whitman στην Αμερική, και διάφορες άλλες παρατεταμένες ρομαντικές επιρροές στην Ευρώπη.

Πόσο καιρό μπορεί να διαρκέσει αυτό, δεν γνωρίζω. Φαίνεται να είναι το προϊόν μιας πλούσιας και γεμάτης άνεση ελίτ, η οποία έχει το χρόνο να ανησυχεί για αυτού του είδους τα πράγματα, χρόνο να φαντάζεται εναλλακτικές μελλοντικές εκδοχές. Ο κόσμος μπορεί να μην επιτρέψει την ύπαρξη αυτού του είδους των ελίτ για πολύ ακόμα.

HRP: Θα μπορούσε αυτή η ειρωνική, ποιητική κοσμοεικόνα, ίδιον αυτής της ελίτ, να γίνει ποτέ κτήμα των μαζών;

Ρόρτυ: Ναι. Νομίζω ότι η επιτυχία της εκκοσμίκευσης στις βιομηχανικές δημοκρατίες αυτό υποδηλώνει. Η αντίληψη του 16ου και 17ου αιώνα, ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ σε θέση να απαρνηθεί τη θρησκεία, έχει αποδειχθεί ότι είναι λάθος. Η υπόσχεση του Διαφωτισμού έγινε πραγματικότητα: ότι θα μπορούσες να έχεις μια κοινωνία η οποία θα είχε μια αίσθηση της κοινότητας, χωρίς καμία συμφωνία θρησκευτικής φύσεως, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη προσήλωση στον Θεό. Εάν μπορείς να εκκοσμικεύσεις μια κοινωνία όπως αυτή, πιθανώς μπορείς να την από-μεταφυσικοποιήσεις, επίσης.

HRP: Δεδομένης της εκπαίδευσής τους στη μεταφυσική και σε συναφείς τομείς της σκέψης, τι σκοπό θα εξυπηρετούσαν οι σύγχρονοι καθηγητές μας στην φιλοσοφία, στα πλαίσια μιας τέτοιας [μετα-μεταφυσικής] κουλτούρας;

Ρόρτυ: Νομίζω ότι ο κύριος σκοπός που έχουν υπηρετήσει στο παρελθόν ήταν να υπερβούν την κοινή λογική, τους κοινούς τρόπους ομιλίας, τα κοινά λεξιλόγια· τροποποιώντας τα προκειμένου να λάβουν υπόψη νέες εξελίξεις, όπως την εκκοσμίκευση της εποχής του Διαφωτισμού, τις δημοκρατικές κυβερνήσεις, τον Νεύτωνα, τον Κοπέρνικο, τον Δαρβίνο, τον Φρόιντ.

Ένα πράγμα για το οποίο μπορείτε να υπολογίζετε στους καθηγητές φιλοσοφίας, είναι αυτό που ο William James ονομάζει «συνύφανση του παλιού και του νέου» (weaving the old and the new together)5, προκειμένου, “περίεργα πράγματα” όπως η φροϋδική ψυχολογία, να αφομοιωθούν από την κοινή ηθική. Ο Thomas Nagel έγραψε ένα καλό άρθρο στο New York Review of Books, περιγράφοντας πώς η σκέψη του Freud έχει γίνει μέρος της κοινής ηθικής μας. Νομίζω αυτό απεικονίζει ικανοποιητικά αυτή τη διαδικασία [συνύφανσης]. Οι φιλόσοφοι έχουν βοηθήσει με αυτή τη διαδικασία.

HRP: Δηλαδή οι φιλόσοφοι είναι επαγγελματίες που (ανα)κατασκευάζουν συνεκτικές κοσμοθεωρίες;

Ρόρτυ: Ναι, και ο λόγος για τον οποίο κατά πάσα πιθανότητα δεν θα εκλείψουν είναι ότι πάντα θα συμβαίνει κάτι συναρπαστικό [στον πολιτισμό] που πρέπει να «τιθασευτεί» και να τροποποιηθεί, να συνυφανθεί με το παρελθόν.

HRP: Η από-υπερβατολογικοποίηση του πολιτισμού αποτελεί για σας δέλεαρ για την πολιτική συμμετοχή; O Γιούργκεν Χάμπερμας και άλλοι θεωρούν το αντίθετο.

Ρόρτυ: Εγώ το βλέπω ως κίνητρο για τη συμμετοχή, και πιστεύω κι ο Dewey το ίδιο. Ο Dewey λέει: ας υποθέσουμε ότι είστε πραγματιστής όσον αφορά την αλήθεια – δηλαδή, πιστεύετε ότι η αλήθεια είναι ό, τι λειτουργεί. Το προφανές ερώτημα, λοιπόν, είναι: για ποιον λειτουργεί; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει ο Φουκώ. Μπορείτε στη συνέχεια να απευθύνετε πολιτικές ερωτήσεις σχετικά με το για ποιον θέλετε να λειτουργεί, ποιος θέλετε να άρχει; ποιους θέλετε να ωφελήσει· [πολιτικά ερωτήματα] που προηγούνται των φιλοσοφικών ερωτημάτων. Στη συνέχεια, αφήστε τις δημοκρατικές πολιτικές να είναι αυτές που θα καθορίζουν τους στόχους της φιλοσοφίας, παρά η φιλοσοφία να είναι αυτή που καθορίζει τους στόχους της πολιτικής.

Σε αντίθεση με τον Habermas, που φαίνεται να πιστεύει ότι αν δεν έχει η φιλοσοφία διευθύνοντα ρόλο, λέγοντας στην κοινωνία και την πολιτική προς τα πού να προσανατολισθούν, τότε ίσως να τελματώσει.

HRP: Έχετε τις ίδιες αμφιβολίες με κάποιους όπως ο Χάμπερμας, κατά πόσο, δηλαδή, αυτό το είδος του εκτεταμένου διαλόγου για τις αξίες, που είναι απαραίτητος σε ένα δημοκρατικό κράτος, μπορεί να υπάρχει και χωρίς έναν εξωγλωσσικό κανόνα της λογικής, ή «κυρίαρχο αφήγημα»;

Ρόρτυ: Όχι τόσο. Δεν βλέπω γιατί ο Χάμπερμας νομίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει. Έχει αυτή την θέση, ότι κάθε ισχυρισμός συνιστά αξίωση για καθολική εγκυρότητα, και ότι αν πάψει κανείς να αντιλαμβάνεται τους ισχυρισμούς του με αυτόν τον τρόπο, δεν θα είναι σε θέση να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά, ή να πάρει την επικοινωνία στα σοβαρά, ή να πάρει τη δημοκρατία στα σοβαρά. Απλά δεν βλέπω τη λογική σε όλο αυτό. Είναι κάτι σαν αυτό που εννοεί ο Hilary Putnam, όταν ισχυρίζεται ότι χρειαζόμαστε μια «υποστασιακή» αντίληψη της αλήθειας. Ποτέ δεν κατάλαβα ούτε αυτή την θέση.

HRP: Ίσως αυτές οι ιδέες προορίζονται για να συλλάβουν την ιδέα μιας ορισμένης ευθύνης που συνοδεύει τις δηλώσεις μας.

Ρόρτυ: Ναι, αλλά κάτι τέτοιο μοιάζει με περιττή παράκαμψη στην απόδοση της ευθύνης. Νομίζω ότι οφείλουμε να είμαστε σε θέση να είμαστε υπόλογοι στους συνομιλητές μας, χωρίς να έχουμε ευθύνη απέναντι στον λόγο ή τον κόσμο ή το αίτημα της καθολικότητας ή οτιδήποτε άλλο.

HRP: Υπάρχει τρόπος να αλλάξουν τα τρέχοντα πρότυπα της εκπαίδευσης και εκπολιτισμού (acculturation) προκειμένου να καλλιεργήσουν αυτήν την αίσθηση της ευθύνης;

Ρόρτυ: Δεν ξέρω. Αλλά νομίζω ότι μεγάλο μέρος αυτής της αλλαγής έχει ήδη συντελεστεί από τη βαθμιαία ανάδυση της λογοτεχνίας ως κύριας εναλλακτικής έναντι της επιστήμης. Η φιλοσοφία, αυτή τη στιγμή, κατά κάποιο τρόπο καταλαμβάνει τον [πνευματικό] χώρο μεταξύ των επιστημών και της λογοτεχνίας. Αλλά ακριβώς για το λόγο αυτό, τείνει να χαθεί στο διάκενο και να αγνοηθεί από τους διανοούμενους. Η Φιλοσοφία στον αγγλόφωνο κόσμο απλώς δεν θεωρείται μεγάλη υπόθεση για τους περισσότερους διανοούμενους, και ο λόγος είναι ότι το βάρος της μη-επιστημονικής κουλτούρας έχει μετατοπιστεί στη λογοτεχνία. Οι φιλόσοφοι με την σειρά τους, γίνονται αντιληπτοί από τους περισσότερους ως νοσταλγοί της εποχής όπου η επιστήμη ήταν «ο χρυσός κανόνας».

HRP: Τι βρίσκετε, λοιπόν, προβληματικό στις σύγχρονες στάσεις απέναντι στην φυσική επιστήμη;

Ρόρτυ: Υπάρχει ακόμα η τάση να θέλουμε κάποιος να καταλαμβάνει την κοινωνική θέση και το ρόλο που άλλοτε κατείχαν οι ιερείς.Ο φυσικός τείνει να προτείνεται ως υποψήφιος για αυτό το ρόλο, ως κάποιος που βρίσκεται σε επαφή με τη φύση της πραγματικότητας, με την πραγματικότητα –όπως το θέτει ο Bernard Williams – πέρα από τις ανθρώπινες ανάγκες και συμφέροντα. Αυτή η τάση να χρειαζόμαστε μια φιγούρα ιερέα είναι λυπηρή· μου φαίνεται σαν μια μορφή αυτο-ταπείνωσης. Αλλά δεν είμαι σίγουρος για το πόσο έντονη είναι αυτή η λατρεία της επιστήμης πλέον. Μπορεί ακόμα να τη διακρίνει κανείς στις σύγχρονες συζητήσεις· στη συζήτηση του [John] Searle με τον Ζακ Ντεριντά [σχετικά με τη φιλοσοφία του Τζ. Λ. Ώστιν· μια συζήτηση που επαναλμβάνεται στο βιβλίο του Ντεριντά Limited Inc -ED.], για παράδειγμα.

HRP: Αλλάζει η κατάσταση στην φιλοσοφία;

Ρόρτυ: Δεν παρατηρώ κάτι τέτοιο, τουλάχιστον στις αγγλόφωνες χώρες. Επρόκειτο να γίνει ιδιαίτερα δύσκολο για την αναλυτική φιλοσοφία, δεδομένης της επαγγελματικής αυτό-εικόνας της, να ξεπεράσει ποτέ τη προηγούμενη σύνδεσή της με τις λεγόμενες σκληρές επιστήμες (hard sciences). Αυτή η συσχέτιση πράγματι δεν υπάρχει στην μη αγγλόφωνη φιλοσοφία, και γι ‘αυτό νομίζω ότι θα είναι δύσκολο για τις δύο [παραδόσεις] να συγχωνευθούν ποτέ.

ΗRP: Ο Hilary Putnam, αναλύοντας μέρος της κριτικής σας στον λόγο, στο βιβλίο του “Renewing Philosophy”, ανακηρύσσει ότι ο «σχετικισμός à la Rorty είναι ρητορική.” Αισθάνεστε άνετα με αυτή την αξιολόγηση της εργασίας σας; Τι ρόλο σκοπεύετε να διαδραματίσει το έργο σας;

Ρόρτυ: Κατά κύριο λόγο, [ρόλο] πειθούς. Δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αν λέγεται ρητορική ή λογική. Βλέπω το έργο μου ως μια προσπάθεια να απομακρύνω τους ανθρώπους από την ιδέα ότι βρίσκονται σε επαφή με κάτι μεγάλο και ισχυρό και μη ανθρώπινο. Ο λόγος που προτιμώ το έργο του Donald Davidson αντί του Putnam είναι ότι οι απόψεις του Davidson για τη φιλοσοφία της γλώσσας και του νου επεκτείνονται περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση σε σύγκριση απ’ ό,τι του Putnam.

HRP: Το έργο σας ανήκει σ’ εκείνο το είδος έργων που επιτρέπουν τη δημιουργία θεμελίων πάνω στα οποία θα μπορούσε κάποιος άλλος να χτίσει; Θα μπορούσε να ιδρύσει σχολή σκέψης;

Ρόρτυ: Ελπίζω πως όχι. Το να ιδρύεις μια σχολή σκέψης είναι σχετικά εύκολο. Μπορείς να θέσεις μια προβληματική, εντός της οποίας μια γενιά μπορεί μετά χαράς να επιδιώξει την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά δεν μπορείς ποτέ να είσαι βέβαιος αν έχεις κάνει πραγματικά κάτι χρήσιμο, ή αν απλά έχεις ενθαρρύνει περαιτέρω τον παρακμιακό σχολαστικισμό.

Ένα από τα πράγματα, που μου αρέσουν ιδιαίτερα σε ανθρώπους σαν τον Ντεριντά, είναι ότι δεν έχουν στην ουσία πραγματικούς μαθητές. Ο Ντεριντά έχει πολλούς αμερικανούς μιμητές (εκ των οποίων κανένας αξιόλογος, νομίζω), αλλά είναι πραγματικά απαράμιλλος. Δεν υφίσταται “ντεριντιανή προβληματική”. Δεν αναθέτει σε κανέναν καμία δουλειά – όπως ούτε κι ο Χάρολντ Μπλουμ. Και το θαυμάζω αυτό.

HRP: Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι, ενώ το έργο σας έχει συμβάλλει στην αποδόμηση πλήθους παραδοσιακών φιλοσοφικών δυϊσμών, η «ειρωνιστική» κοσμοθεωρία που ασπάζεστε φαίνεται κι η ίδια να καλλιεργείται εντός ενός αυστηρού δυϊσμού του δημόσιου και του ιδιωτικού. Λέτε ότι θα πρέπει να διαβάσουμε μερικούς συγγραφείς (Νίτσε, Ντεριντά), προκειμένου να εμπλουτίσουμε τις ιδιωτικές, ποιητικές μας υπάρξεις, ενώ άλλους (Ρωλς, Μιλ) προκειμένου να κάνουμε τους εαυτούς μας καλύτερους πολίτες μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας. Είναι βάσιμη αυτή η διάκριση; Εάν οι ιδιωτικές μας πεποιθήσεις εμποδίζονται να «ενημερώσουν» τη κοινωνική σφαίρα, τότε ποια είναι η ουσία τους;

Ρόρτυ: Δεν νομίζω ότι οι ιδιωτικές πεποιθήσεις μπορούν να περιθωριοποιηθούν [από τη δημόσια σφαίρα]· διαρρέουν, που λέει ο λόγος, και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο κάποιος συμπεριφέρεται προς τους άλλους ανθρώπους. Αυτό που είχα υπόψη μου όταν έκανα τη διάκριση ήταν το εξής: η γλώσσα της ιδιότητας του πολίτη, της δημόσιας ευθύνης, της συμμετοχής στις κρατικές υποθέσεις, δεν πρόκειται να είναι μία πρωτότυπη, αυτοδημιούργητη γλώσσα.

Μερικοί άνθρωποι, εκείνοι τους οποίους θεωρούμε ποιητές ή δημιουργούς, θέλουν να εφεύρουν μία νέα γλώσσα – επειδή θέλουν να εφεύρουν ένα νέο εαυτό. Και υπάρχει μια τάση να προσπαθούν να δουν αυτή την ποιητική προσπάθεια ως «αθροιστικά συνδεόμενη» με τη δραστηριότητα της συμμετοχής στο δημόσιο διάλογο. Δεν νομίζω ότι αυτά τα δύο συσχετίζονται, ότι συνδυάζονται, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το ένα δεν αλληλεπιδρά τελικά με το άλλο.

Όταν οι άνθρωποι αναπτύσσουν ιδιωτικά λεξιλόγια και ιδιωτικές αυτο-εικόνες, άνθρωποι σαν τον Νίτσε, τον Κίρκεγκωρ, και τον Ντεριντά, είναι πολύ αβέβαιο τι αντίκτυπο θα έχουν στον δημόσιο διάλογο, αν έχουν. Αλλά με την πάροδο των αιώνων, τελικά, αποδεικνύεται ότι έχουν ένα ορισμένο αντίκτυπο.

HRP: Αν ένας αναγνώστης του Χάιντεγκερ, για παράδειγμα, μένει κατάπληκτος, όχι μόνο από το ιδιοσυγκρασιακό, κοσμο-διανοικτικό επίτευγμα των γραπτών του, αλλά επίσης γοητεύεται κι από την οπτική του για την «αποκρισιμότητα» στο Είναι ως θεμελιώδη στόχο του ανθρώπου, πώς θα εκδηλωθεί αυτό το ενδιαφέρον στη δημόσια συμπεριφορά;

Ρόρτυ: Δεν γνωρίζω, αλλά νομίζω ότι αξίζει να έχουμε κατά νου ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και της δεκαετίας του ’60, ο Χάιντεγκερ κατάφερε να αιχμαλωτίσει των φαντασία όλων των ενδιαφερουσών προσωπικοτήτων στην Ευρώπη. Όταν ο Χάμπερμας, ο Φουκώ και ο Ντεριντά ήταν στο σχολείο, ο Χάιντεγκερ ήταν “ο φιλόσοφός τους”. Αυτό που ο καθένας αποκόμισε απ’ αυτόν ήταν -ο Θεός ξέρει- πολύ διαφορετικό, αλλά είναι σαφές ότι δεν είμαστε σε θέση να γράψουμε την πνευματική ιστορία αυτού του αιώνα χωρίς να διαβάσουμε τον Χάιντεγκερ. Ακριβώς όπως υπήρχαν 16 διαφορετικές προσλήψεις του Χέγκελ στην εποχή του, υπήρχαν 16 διαφορετικές προσλήψεις του Χάιντεγκερ · και νομίζω ότι είναι άσκοπο να ρωτήσει κανείς ποιο ήταν το «πραγματικό» μήνυμα είτε του Χέγκελ είτε του Χάιντεγκερ – Ήταν απλώς άνθρωποι που παρείχαν ερεθίσματα για περαιτέρω σκέψη.

HRP: Ωστόσο, έχετε γράψει στο «Τυχαιότητα, Ειρωνία, Αλληλεγγύη» ότι «ως φιλόσοφος της δημόσιας ζωής μας» ο Heidegger είναι «στην καλύτερη των περιπτώσεων αδιάφορος, και στη χειρότερη σαδιστής». Είναι το σκεπτικό της χρήσης του Heidegger που συζητούσατε εκεί διαφορετικό από το αντίστοιχο στην παρούσα συζήτηση;

Ρόρτυ: Νομίζω ότι οι προσπάθειες να αντληθεί πολιτικό μήνυμα από τον Χάιντεγκερ, τον Ντεριντά, ή τον Νίτσε είναι ατυχείς. Έχουμε δει πώς μοιάζουν αυτές οι προσπάθειες και δεν έχουν καλή κατάληξη. Ο Χίτλερ προσπάθησε να αντλήσει ένα μήνυμα από τον Νίτσε, και ο Νίτσε θα το είχε βρει αποκρουστικό. Και οι άνθρωποι που επιχειρούν να αντλήσουν ένα πολιτικό μήνυμα από τον Ντεριντά παράγουν κάτι απολύτως κοινότοπο. Υποψιάζομαι ότι δεν αξίζει τον κόπο.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές οι προσωπικότητες θα είναι πάντα αχρείαστες στη δημόσια σφαίρα. Η μεγάλη φαντασία και η αλλαγή της παράδοσης με α-συνείδητους τρόπους ενδεχομένως να συντελέσουν κάποια αλλαγή στις δημόσιες υποθέσεις κάποια στιγμή στο μέλλον. Απλά δεν γνωρίζουμε το πώς.

HRP: Λαμβάνοντας υπόψη την άποψή σας, ότι η εποχή μας είναι μία εποχή που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη εκκοσμίκευση, πώς κατανοείτε την ύπαρξη σ’ αυτή τη χώρα μιας φονταμενταλιστικής, θρησκευτικής δεξιάς, που έχει σημαντική επιρροή στη δημόσια πολιτική; Αυτό φαίνεται να δείχνει ότι η παραδοσιακή θρησκεία και άλλες μορφές μη-ειρωνικών πεποιθήσεων ευδοκιμούν στη δημόσια σφαίρα.

Ρόρτυ: Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει κάθε φορά που υπάρχει μια μεσαία τάξη που έχει τρομοκρατηθεί και λαμβάνει θέση άμυνας. Ξεκινά ν’ αναζητά τρόπους να διαιρέσει την κοινωνία σε θύματα και θύτες, προκειμένου να βρεθεί αποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμα. Η αμερικανική μεσαία τάξη έχει κάθε λόγο να ανησυχεί για το οικονομικό της μέλλον, και το οικονομικό μέλλον της χώρας. Όσο περισσότερο υπάρχει αυτός ο φόβος, τόσο περισσότερο θα δείτε λατρείες, οιονεί φασιστικά κινήματα, και άλλα συναφή, όλα όσα ταξινομούμε ως «παρανοϊκή Δεξιά».

HRP: Υπάρχουν τρόποι να αποσοβήσουμε [αυτούς τους κινδύνους], πέραν της οικονομικής ανάκαμψης;

Ρόρτυ: H υπόθεσή μου είναι ότι οι συνήθεις «οικονομικοί κύκλοι» δεν έχουν μεγάλη σημασία, εφόσον το μακροπρόθεσμο μέσο εισόδημα της μεσαίας τάξης συνεχίζει να μειώνεται, και το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών συνεχίζει να αυξάνεται. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι που πρόκειται να το αντιστρέψει. Δεν έχω καμία αισιόδοξη πρόταση.

HRP: Είστε τότε απαισιόδοξος για το μέλλον;

Ρόρτυ: Δεν είμαι αρκετά σίγουρος για τις γνώσεις μου στην οικονομία για να πω το οτιδήποτε, αλλά όλες οι προβλέψεις για το πώς η παγκοσμιοποίηση της αγοράς εργασίας θα επηρεάσει το βιοτικό επίπεδο στις βιομηχανικές δημοκρατίες μου φαίνονται αρκετά πειστικές. Νομίζω ότι όσο διακυβεύεται το βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης στις δημοκρατίες, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις βρίσκονται σε κίνδυνο.

HRP: Κάποτε περιγράψατε τον εαυτό σας ως «μεταμοντέρνο φιλελεύθερο αστό»6. Δεδομένου αυτού του αυτοπροσδιορισμού, πώς βλέπετε τη σύγχρονη ακαδημαϊκή Αριστερά, μία αριστερά με διαφορετικές αναφορές, που γαλουχήθηκε με τους στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης και τους Γάλλων μετα-δομιστές;

Ρόρτυ: Αυτή η ονομασία [«μεταμοντέρνος φιλελεύθερος αστός”] υποτίθεται ότι ήταν αστείο. Νόμιζα ότι ήταν ένα χαριτωμένο οξύμωρο σχήμα – αλλά κανένας άλλος δεν φάνηκε να το βρίσκει διασκεδαστικό.

Νομίζω ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο είδη Αριστεράς. Η σχολή της Φρανκφούρτης για παράδειγμα, είναι μια απόπειρα να προσαρμοστεί ο μαρξισμός σε ένα απλό σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Κι εγώ θεωρώ ότι ανήκω σ’ αυτήν την Αριστερά – είναι το αντίστοιχο της λεγόμενης «Παλαιάς Αριστεράς» στην Αμερική, της αντι-σταλινικής, σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς που συσπειρώνεται γύρω από το Dissent. Ο Ίρβινγκ Χάου και άλλοι σαν αυτόν.

Υπάρχει επίσης, [κι ένα δεύτερο είδος Αριστεράς] που θεωρώ ότι είναι αρκετά άχρηστο, αυτό της Φουκωϊκής Αριστεράς, που δεν θέλει να είναι μεταρρυθμιστική, δεν θέλει να είναι σοσιαλδημοκρατική. Ο Φρέντρικ Τζέιμσον αποτελεί ένα καλό παράδειγμα αυτού του είδους της Αριστεράς. Δεν διαβλέπω να έχει κανενός είδους χρησιμότητα στην Αμερική· μοιάζει απλώς να κάνει την Αριστερά να φαίνεται γελοία.

HRP: Τι επίδραση θεωρείτε ότι είχε η σύγχρονη, Φουκωϊκή, ακαδημαϊκή Αριστερά στα αμερικανικά πανεπιστήμια; Συμφωνείτε με τις κριτικές που συχνά εξαπολύονται εναντίον αριστεριζόντων ακαδημαϊκών στις μέρες μας;

Ρόρτυ: Η Φουκωϊκή Αριστερά είναι περίπου δύο τοις εκατό του διδακτικού προσωπικού στα αμερικάνικα πανεπιστήμια, και δεν είναι πολύ σημαντική, εκτός από το γεγονός ότι δίνει στην Δεξιά καταπληκτικό στόχο. Κατέστησε δυνατό στη δεξιά να γεννήσει τεράστια εχθρότητα εναντίον των πανεπιστημίων, ακριβώς επειδή μπορεί να «δείξει» προς αυτές τις ολιγάριθμες μερίδες.

HRP: Ποιο είναι το πολιτικό κέντρο βάρους της σχολής ανθρωπιστικών επιστημών σε ένα μέσο αμερικάνικο πανεπιστήμιο;

Ρόρτυ: Είναι ακόμα το ίδιο είδος διανόησης – αριστερής-φιλελεύθερης, σοσιαλδημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής – αλλά οι Φουκωϊκοί κάνουν πολύ περισσότερο θόρυβο.

HRP: Το φθινόπωρο του 1994, γράψατε ένα άρθρο σχετικά με τις εκλογές για τη Γερουσία της Βιρτζίνια, στο οποίο αναλύσατε την υποψηφιότητα του Όλιβερ Νόρθ ως ένα σύμπτωμα της κρίσης αξιών στην κοινωνία της Βιρτζίνια. Είναι η προσφυγή προς ένα είδος, παλαιάς κοπής, “ανδρικής” αρετής, το οποίο οι άνθρωποι αυτοί αποδίδουν στον Όλιβερ Νόρθ, ανάλογη με το είδος της λατρευτικής προσφυγής που παρατηρείται στη σύγχρονη αμερικανική μεσαία τάξη; Μήπως έχουν γεννηθεί από τους ίδιους φόβους;

Ρόρτυ: Ναι. Ο «θεμελιωτικός» ιεροκήρυκας και ο αξιωματικός του στρατού μετατρέπονται σε φιγούρες δύναμης και καθαρότητας σχεδόν ταυτόχρονα. Και οι δύο θεωρούνται άτομα που δεν έχουν χρόνο για ηθική αδυναμία, ή οποιαδήποτε άλλη αδυναμία, και συνεπώς δεν έχουν χρόνο [και ανοχή] για «φαύλους» ανθρώπους – τους φιλελεύθερους. Είναι ακλόνητοι θεματοφύλακες της αρετής εναντίον των αδύναμων, «φαύλων» ανθρώπων.

HRP: Τι πόρους μας προσφέρει ο αμερικανικός πραγματισμός σήμερα;

Ρόρτυ: Μεταξύ των καθηγητών φιλοσοφίας, με τη μορφή της Ντεϊβιντσονιανής φιλοσοφίας της γλώσσας και του νου, [ο αμερικανικός πραγματισμός] προσφέρει μια διέξοδο από το βαρετό ζήτημα ρεαλισμού–αντι-ρεαλισμού, που νομίζω ότι έχει κορεστεί. Ο Davidson μας προσφέρει έναν τρόπο να απαγκιστρωθούμε από το εκκρεμές του δογματισμού / σκεπτικισμού, που μαστίζει τη φιλοσοφία από την εποχή του Καντ. Θεωρώ ότι ο Davidson ξαναγράφει, με όρους γλώσσας, τα ίδια πράγματα που έγραψαν ο James και Dewey με όρους εμπειρίας. Για την ακρίβεια, μόλις τελείωσα το βιβλίο του John McDowell [ Ο Νους και ο Κόσμος]· και ο ίδιος πιστεύει ότι ο Davidson θα διατηρήσει αυτήν την παλινδρόμηση [ μεταξύ δογματισμού και σκεπτικισμού], επειδή κανείς δεν θα δεχθεί ποτέ την άποψη του Davidson ότι οι πεποιθήσεις είναι ως επί το πλείστον ειλικρινείς. Ως ένα κοινωνιολογικό επιχείρημα που αφορά τους καθηγητές φιλοσοφίας, θα μπορούσε να είναι σωστό. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν το αποδέχονται.

Εκτός της σφαίρας του επαγγέλματος της φιλοσοφίας, νομίζω ότι ο πραγματισμός είναι απλώς μια συνέχεια της ιδεαλιστικής, ολοένα πιο επιτυχημένης παράδοσης, των Έμερσον και Γουίτμαν, που προβάλλουν την Αμερικανική δημοκρατία ως ό,τι πιο σπουδαίο έχει εφευρεθεί ποτέ, και πηγή όλων των «καλών» πραγμάτων.

HRP: Το είδος [δηλαδή] της “Εμερσονιανής θεοδικίας” για την οποία κάνει λόγο ο Cornel West στην ιστορία του, The American Evasion of Philosophy.

Ρόρτυ: Ναι. Νομίζω ότι ο West δίνει εκεί μια πολύ καλή περιγραφή της πολιτικο-πνευματικής διάστασης του πραγματισμού.

HRP: Έχετε μιλήσει συχνά για την απροθυμία των αγγλο-αμερικανών καθηγητών φιλοσοφίας να αποδεχθούν ένα όραμα της φιλοσοφίας που δεν διασπάται σε προκαθορισμένες κατηγορίες ή πάγιες προβληματικές. Έχετε κάποια ιδέα για το πώς θα μπορούσε να μεταρρυθμιστεί η προπτυχιακή και μεταπτυχιακή εκπαίδευση, προκειμένου να αλλάξει αυτό;

Ρόρτυ: Όχι κατ’ ουσίαν, γιατί πιστεύω ότι οι καθηγητές φιλοσοφίας βρίσκονται σε δύσκολη θέση στην Αγγλόφωνο κόσμο. Οι προπτυχιακοί φοιτητές θα ήθελαν πραγματικά να ακούσουν περισσότερα για τον Νίτσε και τους άλλους Ευρωπαίους, αλλά οι καθηγητές φοβούνται ότι αυτό θα είναι κακό για τα φτωχά παιδιά, ότι θα δελεαστούν από τον ανορθολογισμό, τη λογοτεχνία, την αντιεπιστημονική σκέψη, και άλλα συναφή. Εάν [οι καθηγητές] δεν ξεπεράσουν αυτό το φραγμό, νομίζω πως θα θέσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σε αδιέξοδο. Έτσι, τα τμήματα φιλοσοφίας στον αγγλόφωνο κόσμο αποκόπτονται από το υπόλοιπο πανεπιστήμιο και περιχαρακώνονται με έναν τρόπο που θα αποδειχθεί τελικά εξουθενωτικός. Και εύχομαι να σταματήσουν.

HRP: Στο βιβλίο σας «Συνέπειες του πραγματισμού», εκφράσατε τη γνώμη ότι, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο σημείο να έχουμε δύο διαφορετικούς κλάδους, που να διδάσκονται υπό τον τίτλο «φιλοσοφία»: η Ηπειρωτική σκέψη και η λογοτεχνική κριτική από τη μία πλευρά, και η -προσανατολισμένη προς την επιστήμη- αναλυτική φιλοσοφία από την άλλη. Εξακολουθεί να ισχύει αυτή η διάγνωση;

Ρόρτυ: Ναι. Δεν νομίζω ότι το θέμα είναι τόσο η συμμετοχή της λογοτεχνικής κριτικής, όσο ο ιστορικός προσανατολισμός. Έξω από τον αγγλόφωνο κόσμο, οι σπουδές ενός καθηγητή φιλοσοφίας είναι ουσιαστικά σπουδές στην ιστορία της φιλοσοφίας. Στην Ευρώπη, θεωρείσαι καλός καθηγητής φιλοσοφίας μόνο στο μέτρο που έχεις να διηγηθείς μια ενδιαφέρουσα εξιστόρηση (αυτής της ιστορίας), που να την σχετίζει με το παρόν. Αυτού του είδους η επαγγελματική κατάρτιση είναι τόσο διαφορετική από την επαγγελματική κατάρτιση που λαμβάνεις στον αγγλόφωνο κόσμο –όπου θα πρέπει να διατηρείς επαφή με τον «προ-τυπογραφικό πολιτισμό” και να αφιερώνεις τον χρόνο σου στο να εξοικειώνεσαι με τα νέα «φλέγοντα» ζητήματα στον τομέα αυτό– που είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τις δύο να συγκλίνουν ποτέ. Αυτά στα οποία οι δυο διακριτές ομάδες παιδιών εκπαιδεύονται στο προπτυχιακό πρόγραμμα δεν έχουν κανένα κοινό σημείο. Και μέχρι να αποφοιτήσουν από το πανεπιστήμιο, καμιά ομάδα δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τα ζητήματα που απασχολούν την άλλη.

HRP: Ποιο μέρος της φιλοσοφικής σας εκπαίδευσης υπήρξε πιο σημαντικό για σας;

Ρόρτυ: Το ιστορικό μέρος, που ως επί το πλείστον αποκτήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, όπου η ιστορία της φιλοσοφίας πρακτικά ήταν το μόνο που υπήρχε [από φιλοσοφία]. Στο τμήμα την πρωτοκαθεδρία είχε ένας ιστορικός της φιλοσοφίας, ο Paul McKeon, ο οποίος φρόντιζε προσωπικά να δουλεύεις σκληρά και ακατάπαυστα. Δεν θα μπορούσες να αποκτήσεις μεταπτυχιακό τίτλο εκεί, χωρίς να είσαι σε θέση να παραθέσεις άπειρα ιστορικά χωρία. Αν δεν είχα αναγκαστεί να διαβάσω όλους αυτούς τους συγγραφείς, δεν θα ήμουν ποτέ σε θέση να διαβάσω Χέγκελ ή Χάιντεγκερ, και θα το είχα μετανιώσει. Από την άλλη πλευρά, αν δεν είχα αποκτήσει ένα ικανοποιητικό υπόβαθρο σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε αναλυτική φιλοσοφία, δεν θα ήμουν σε θέση να εκτιμήσω τον Wilfrid Sellars και τον Donald Davidson, και θα το είχα μετανιώσει κι αυτό, επίσης.

Σημειώσεις

1 Cornel West, The American Evasion of Philosophy: A Genealogy of Pragmatism (Univ. of Wisconsin Press, 1989)· σ. 201.

2 Richard Rorty, Contingency, Irony, and Solidarity (Cambridge University Press, 1989)· σ. xv.

3 ό.π., σ. 22.

4 Όπου HRP, Harvard Review of Philosophy [Σ.τ.Μ.]

5 Απόδοση πιστότερη στο κείμενο: “συνυφαίνοντας το παλιό και το νέο” [Σ.τ.Μ.]

6 Ο όρος liberal στην αμερικανική πολιτική θεωρία σημαίνει αριστερός φιλελεύθερος [Σ.τ.μ.]

Πηγή: http://www.harvardphilosophy.com

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s