Richard Wolin – Το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας αντλεί δύναμη από το Brexit

Το παρακάτω κείμενο του Αμερικανού ιστορικού των ιδεών Richard Wolin δημοσιεύτηκε στις 5/8/2016 στο διαδικτυακό τόπο thenation.com.

μετάφραση: Αντώνης Παπαδάκης

Στις 28 Ιουνίου, πέντε μέρες αφότου η Μ.Βρετανία ψήφισε υπέρ της εξόδου της από την ΕΕ, η Μαρίν Λεπέν, η αμφιλεγόμενη ηγέτιδα του γαλλικού δεξιού κόμματος «Εθνικό Μέτωπο», δημοσίευσε ένα άρθρο γνώμης στους New York Times συγχαίροντας τους Βρετανούς ψηφοφόρους και πανηγυρίζοντας ταυτόχρονα για το αποτέλεσμα. Την ημέρα που ακολούθησε την ψηφοφορία, είχε επισκεφτεί το παλάτι των Ηλυσίων, την κατοικία του Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Ολάντ, προτρέποντάς τον να ακολουθήσει παρόμοια πορεία. Περιττό να προσθέσουμε ότι οι προσπάθειές της δεν βρήκαν ευήκοα ώτα –αλλά εκείνη δεν ήταν εκεί για να πείσει τον Ολάντ.

Η Λεπέν με πολλή προσοχή εξύψωσε τη σημασία της ψηφοφορίας του Brexit προσφεύγοντας σε ένα ψευτοδημοκρατικό ιδίωμα εθνικής αυτοδιάθεσης, υποστηρίζοντας ότι η έκβασή του σηματοδότησε έναν θρίαμβο για τους απανταχού ελεύθερους λαούς. Ωστόσο, όπως ο κάθε εξοικειωμένος με την πολυτάραχη ιστορία του Εθνικού Μετώπου γνωρίζει καλά, υπάρχει ένα σπηλαιώδες χάσμα μεταξύ της ηχηρής ρητορείας της Λεπέν και της πικρής πραγματικότητας που υπάρχει πίσω από το πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι παρατηρήσεις της Λεπέν αποτελούν παράδειγμα για μια στρατηγική που έχει προσεκτικά βελτιστοποιήσει από το 2011, όταν ανήλθε στην ηγεσία του κόμματος: την προσπάθεια να συγκαλύψει την οπισθοδρομική εθνολαϊκιστική ατζέντα του κόμματος κάνοντας επίκληση, με απατηλό τρόπο, σε έναν λόγο δικαιωμάτων και πολιτειακής ελευθερίας.

Το Εθνικό Μέτωπο ιδρύθηκε από τον πατέρα της Μαρίν Λεπέν, Ζαν Μαρί Λεπέν, το 1972. Στα ογδόντα οκτώ του πλέον, ο Ζαν Μαρί ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα την δεκαετία του 1950 ως μέλος ενός βραχύβιου δεξιού λαϊκιστικού κόμματος που ιδρύθηκε από τον Πιέρ Πουζάντ. Ο Λεπέν ο πρεσβύτερος υπηρέτησε ως πεζικάριος στην τότε Γαλλική Ινδοκίνα και εν συνεχεία ως αλεξιπτωτιστής κατά την διάρκεια του αιματηρού πολέμου της Αλγερίας (1954-1962). Στο παρελθόν, ο ίδιος είχε δικαιολογήσει επιδεικτικά την πρακτική βασανιστηρίων από τον Γαλλικό Στρατό σε Αλγερινούς αμάχους. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1960 ίδρυσε μία «δισκογραφική εταιρία» – που στην πραγματικότητα αποτέλεσε μία επιχείρηση βιτρίνα για τη διάδοση νεοφασιστικής προπαγάνδας- και ως αποτέλεσμα του ασκήθηκε δίωξη και του αποδόθηκε πρόστιμο για τη διάδοση ναζιστικής ιδεολογίας σε στίχους.

Με την πάροδο των χρόνων, ο Λεπέν ο πρεσβύτερος απέκτησε κακή φήμη ως αποτέλεσμα μιας σειράς αντισημιτικών δηλώσεων και outré εξαγγελιών. Σε επίσημη δήλωσή του, είπε ότι τα πράγματα για την Γαλλία δεν ήταν τόσο άσχημα κατά την διάρκεια της ναζιστικής κατοχής (1940-1944). Σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι, κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Ολοκαύτωμα αποτέλεσε μια μικρή «λεπτομέρεια». Σχολιάζοντας Εβραίους δημοσιογράφους και πολιτικούς, είχε καταφύγει σε άξεστα λογοπαίγνια που παραπέμπουν στην Τελική Λύση: «Το Κρεματόριο του Ντυραφούρ» για να αναφερθεί στον τότε Υπουργό Δημόσιας Διοίκησης Michel Durafour· για τον Patrick Bruel, ο Λεπέν απείλησε ότι θα του προσέφερε έναν φούρνο, δεδομένου ότι στα γαλλικά “brûler” σημαίνει “καίω”. Επειδή ποικίλες μορφές ρητορικής μίσους, συμπεριλαμβανομένης της άρνησης του Ολοκαυτώματος, αποτελούν ποινικά αδικήματα στη Γαλλία, ο Λεπέν ο πρεσβύτερος έχει δεχθεί δίωξη και πρόστιμο για τουλάχιστον δεκαεννέα περιπτώσεις.

Το επεισόδιο “Bruel-fournéee” έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2014, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την εκπληκτική πρόοδο που σημείωσε το Εθνικό Μέτωπο στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Με άλλα λόγια, μόλις ακριβώς φάνηκε ότι η στρατηγική «κανονικοποίησης» της Μαρίν Λεπέν ήταν επιτυχής, η γκάφα του Ζαν Μαρί απείλησε να την υποβιβάσει και πάλι στο πολιτικό περιθώριο. Η αντίδραση της Μαρίν Λεπέν ήταν δυναμική και ταχεία: εισηγήθηκε επιδεικτικά τον πολιτικό αποκλεισμό του πατέρα της. Παρά ταύτα, αυτό που φάνηκε να την προβληματίζει δεν ήταν τόσο η αντισημιτική ρητορική των δηλώσεων του Λεπέν του πρεσβύτερου, αλλά το γεγονός ότι την είχε εκφράσει δημόσια. Μ’ αυτόν τον τρόπο, σχολιάζοντας πάνω στα άγουστα λογοπαίγνια του πατέρα της, η Μαρίν ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα έγκειται κυρίως στην «κακόβουλη ερμηνεία» στην οποία είχαν υποβληθεί τα σχόλια αυτά από τους Γάλλους δημοσιογράφους, παρά στα σχόλιά του καθαυτά.

Ιστορικά, ο δημιουργικός τακτικισμός του Λεπέν του πρεσβύτερου ήταν υπέρμετρα επιτυχημένος στο να τραβά την προσοχή από τις στοχεύσεις του Εθνικού Μετώπου. Οι προσπάθειές του να τοποθετήσει το Εθνικό Μέτωπο ως μία αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στα κύρια γαλλικά κεντροδεξιά και κεντροαριστερά κόμματα, το RPR (Rassemblement pour la République· οι νυν Ρεπουμπλικάνοι) και τους Σοσιαλιστές, κορυφώθηκαν το 2002, όταν, σε ένα περιστατικό που οι Γάλλοι το θεωρούν ακόμα ως πολιτικό σοκ του αιώνα, το Εθνικό Μέτωπο κατόρθωσε να υποσκελίσει τον υποψήφιο των Σοσιαλιστών Lionel Jospin στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών εκείνης της χρονιάς.

Παρ’ όλα αυτά, δυο βδομάδες αργότερα το Εθνικό Μέτωπο υπέστη βαριά ήττα στον δεύτερο γύρο. Σύντομα κατέστη σαφές ότι υπό την ηγεσία του Ζαν Μαρί Λεπέν το κόμμα είχε φτάσει στο ζενίθ της λαϊκής υποστήριξης [που θα μπορούσε να έχει]. Επιπρόσθετα, στις προεδρικές εκλογές του 2007, το κόμμα αποδυναμώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Το μερίδιό του στο εκλογικό σώμα συρρικνώθηκε στο 10% – μια πτώση αντίστοιχη των 7 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με τα αποτελέσματα του 2002 -και υποχώρησε στην τέταρτη θέση της κατάταξης των γαλλικών κομμάτων.

***
Από τη στιγμή που κληρονόμησε τον «μανδύα» του πατέρα της ως αρχηγός του κόμματος, ο κύριος στόχος της Μαρίν Λεπέν ήταν να αποκτήσει το Εθνικό Μέτωπο ένα επίχρισμα πολιτικής ευυποληψίας, προκειμένου να επεκτείνει σε μεγάλο βαθμό την εκλογική βάση του κόμματος, έναν στόχο ο οποίος είχε αποδειχθεί αντικειμενικά αδύνατος κάτω από την ασυνεπή, ακανόνιστη και σπασμωδική εποπτεία και διοίκηση του Ζαν Μαρί. Σε αυτό το πλαίσιο, αυτή έχει καταστεί υπέρμετρα επιτυχημένη, και οι πολιτικές τύχες του Εθνικού Μετώπου έχουν ξεδιπλώσει το νήμα τους, αντιστοίχως. Εκτιμήσεις δείχνουν ότι, υπό την ηγεσία της, το ποσοστό των μελών του κόμματος διπλασιάστηκε από 40.000 σε 80.000 μέλη.

Η στιγμή – ορόσημο όσον αφορά τις πολιτικές τύχες του Εθνικού Μετώπου κατέφτασε με τις Ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014. Το Εθνικό Μέτωπο με σχετική ευκολία επισκίασε τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους Σοσιαλιστές του Ολάντ και το UMP (Union pour un mouvement populaire) του Νικολά Σαρκοζύ. Με ποσοστό της τάξεως του 25%, κατάφερε να αποτελέσει ηγέτιδα παράταξη όσον αφορά την συγκέντρωση των ψήφων. Στη συνέχεια, το Δεκέμβριο του 2015, αξιοποιώντας την «πλημμυρίδα» ισλαμοφοβίας που ακολούθησε τις καταστρεπτικές επιθέσεις στο Παρίσι την 13η Νοεμβρίου, το μερίδιο του Εθνικού Μετώπου στο εκλογικό σώμα αυξήθηκε στο 28% στον πρώτο γύρο των Περιφερειακών Εκλογών, αν και δεν αποδόθηκε στους υποψηφίους του Εθνικού Μετώπου ο μεγάλος πολιτικός πάταγος και η ρηξικέλευθη πολιτική τομή που πολλοί πολιτικοί αναλυτές και ειδικοί είχαν προβλέψει.

Παρ’ όλα αυτά, στην πορεία για τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους και μετά, τα συμβατικά κόμματα της Γαλλίας βρέθηκαν σε μια κατάσταση μη αμελητέας σύγχυσης και αποδιοργάνωσης, με τα ποσοστά αποδοχής του Προέδρου Ολάντ να φτάνουν τις 12 ποσοστιαίες μονάδες, τις λιγότερες απ’ οποιονδήποτε άλλο Γάλλο αρχηγό κράτους κατά την μεταπολεμική περίοδο. Υπάρχουν λίγα επιχειρήματα για να αμφισβητηθεί η ευρέως αποδεκτή και ενοχλητική πρόγνωση ότι το πολιτικό μέλλον της Γαλλίας ανήκει στο Εθνικό Μέτωπο. Συνεπώς, το ζήτημα για την ώρα φαίνεται να είναι: Ξεπερνώντας τα πυκνά ρητορικά προπετάσματα καπνού, υπάρχουν ουσιαστικές και απτές διαφορές ανάμεσα στους δύο Λεπέν, πατέρα και κόρη; Εδώ, η απάντηση φαίνεται να είναι ένα ηχηρό «όχι».

***

Η στρατηγική της επιτηδευμένης επίκλησης των επιταγών του πολιτικού φιλελευθερισμού, προκειμένου να καμουφλαριστεί μια εθνοκεντρική και ξενοφοβική ατζέντα, εγκαινιάστηκε από τη Nouvelle Droite (Νέα Δεξιά) κατά τη δεκαετία του 1980. Αυτή η προσέγγιση επινοήθηκε και διαδόθηκε από μια ομάδα δεξιόστροφων εκδοτών με μεγάλη επιρροή που ήταν συνδεδεμένη με δύο καλά χρηματοδοτούμενα ακροδεξιά think tanks: το Club de L’Horloge και το GRECE (ένα αρκτικόλεξο για το Groupement de Recherche et d’Études pour la Civilisation Européene). Έχοντας αναφορές στην έννοια της ηγεμονίας του Ιταλού μαρξιστή φιλοσόφου Αντόνιο Γκράμσι, η πρόθεση της Νέας Δεξιάς ήταν να διευκολυνθεί ο λεγόμενος «Γκραμσισμός της Δεξιάς». Στόχευσή της ήταν να αντιμετωπιστεί η -μετά το 1968- κυριαρχία των αριστερών πολιτικών ιδεών με το να εισαχθεί κρυφά μια συλλογιστικά εύληπτη εκδοχή νεοφασιστικής ιδεολογίας. Η λειτουργική υπόθεση ήταν ότι μια κυριαρχία στον τομέα των ιδεών ήταν αναγκαία για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Όπως ο Ζαν Μαρίν Λεπέν εξήγησε αποκαλυπτικά στο βιβλίο του Πρώτα οι Γάλλοι [Les Français d’abord]: «Η σημειολογία δεν είναι ουδέτερη. Κάποιος την χρησιμοποιεί όπως τα όπλα σε μια μάχη όπου κατά καιρούς οι λέξεις σκοτώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια από τις σφαίρες».

Δεδομένου ότι, στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο παραδοσιακός ευρωπαϊκός ρατσισμός είχε σε μεγάλο βαθμό στηλιτευτεί, προκειμένου να αποκατασταθεί η νεοφασιστική πολιτική στόχευση χρειαζόταν μια νέου είδους προσέγγιση. Η νέα στρατηγική συνίστατο στην ιδιοποίηση της γλώσσας της «ανοχής» και της «αυτο-διάθεσης» που συνήθως συνδέονταν με τη φιλελεύθερη δημοκρατία, χάριν της εγκαθίδρυσης μιας αυταρχικής και εθνικά ομοιογενούς πολιτείας. Σχολιαστές έχουν κατονομάσει την προσέγγιση της Νέας Δεξιάς ως διαφοριστικό ρατσισμό, δεδομένου ότι, ανάμεσα στα δικαιώματα που επικαλείται παραπλανητικά προκειμένου να εκθέσει την «υποκρισία» των φιλελεύθερων, ισχυρίζεται ότι η ανοχή είναι το «δικαίωμα στη διαφορά».

Σύμφωνα με το παράδειγμα του διαφοριστικού ρατσισμού, του οποίου η πολιτική αποτελεσματικότητα δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί υπό το πρίσμα της πανταχού παρούσας απειλής που τα ακροδεξιά κόμματα θέτουν στην ευρωπαϊκή πολιτική σταθερότητα – είναι οι εκπρόσωποι του γαλλικού ρεπουμπλικανικού κατεστημένου που υποθάλπουν την μισαλλοδοξία στο μέτρο που, με την ενθάρρυνση της πολυπολιτισμικότητας και της φυλετικής επιμειξίας (métissage), καταπνίγουν την αυτοδιάθεση των λαών στα ασφυκτικά πλαίσια των εθνικών γραμμών. Όπως ο Λεπέν ο πρεσβύτερος, επικαλούμενος το παράδειγμα της «σύγκρουσης πολιτισμών», δεν κουράζεται να επισημαίνει ότι «οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες» είναι «πολυσυγκρουσιακές κοινωνίες». Έτσι, στο πολιτικό λεξικό του Εθνικού Μετώπου, η πολυπολιτισμικότητα έχει γίνει ένας ευφημισμός για την επιμειξία και το δικαίωμα στη διαφορά, μια κωδικοποιημένη έκφραση για τη μη αποδοχή και την άρνηση ανοχής βορειο-αφρικανών μεταναστών κι άλλων μειονοτήτων. Το Εθνικό Μέτωπο υποστηρίζει ότι, παρόλο που οι εκπρόσωποι του δημοκρατικού κατεστημένου αποσκοπούν να υπερασπιστούν θεμελιώδη δικαιώματα όπως η ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι, ισχυρισμοί όπως αυτοί είναι υποκριτικοί στο βαθμό που στο Εθνικό Μέτωπο και στους οπαδούς του απαγορεύεται η χρήση αυτών των ελευθεριών για τους επιθυμητούς πολιτικούς τους στόχους: τη δημοσίευση νομοθεσίας που θα ποινικοποιεί και θα διαβάλλει ευάλωτους μετανάστες.

Δεδομένου ότι μέχρι τώρα πολλοί από αυτούς τους μετανάστες έχουν γίνει Γάλλοι πολίτες, το πρόγραμμα του Εθνικού Μετώπου θέτει το φάντασμα της ανάκλησης της γαλλικής υπηκοότητας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μια πρακτική που έχει να συμβεί στη Γαλλία από το καθεστώς του Βισύ. Έτσι, μια ανάλυση των ομιλιών της Μαρίν Λεπέν αποκαλύπτει ότι διακρίνει με συνέπεια ανάμεσα σε “Γάλλους πολίτες που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία με τουλάχιστον τον ένα γονέα να είναι Γάλλος” και όλους τους υπόλοιπους. Στην ουσία, η Λεπέν έχει επανασχεδιάσει αποτελεσματικά τον ορισμό της υπηκοότητας προκειμένου να γίνει διάκριση ανάμεσα σε πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, εγείροντας έτσι την Οργουελική προοπτική όπου, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μετανάστες θα υπόκεινται στην αναδρομική ακύρωση της υπηκοότητάς τους (Τον Φεβρουάριο η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ενεπλάκη σε μια οξεία αντιπαράθεση για παρόμοια νομοθεσία. Σε αυτήν την περίπτωση, το διακύβευμα ήταν ένα νομοσχέδιο που είχε εισαχθεί από το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα ως μέσο για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Στο τέλος, το νομοσχέδιο απέτυχε να περάσει).

Στις ομιλίες της, η Μαρίν Λεπέν προσπαθεί συχνά να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού για τους συμβατικούς υπερασπιστές της πολιτειακής και πολιτικής ισότητας. Σκιαγραφεί το Εθνικό Μέτωπο και τους οπαδούς του ως θύματα και μάρτυρες, ισχυριζόμενη ότι το πολιτικό κατεστημένο προασπίζει άδικα τις πολιτειακές ελευθερίες των μεταναστών, ενώ καταστέλλει και καταπιέζει εκείνες των υποστηρικτών του Μετώπου. (Το ίδιο το όνομα του κόμματος φέρει μνήμες αντιρεπουμπλικανικών φατριών και ομάδων που, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, προσβάλλουν ενεργητικά – και ταυτοχρόνως βίαια- τη νομιμότητα της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας.) Με αντίστοιχο τροπάριο, η Λεπέν διατείνεται ότι, ενώ το Εθνικό Μέτωπο επιδιώκει να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα του απλού κόσμου, ανδρών και γυναικών – τους κατοίκους της βαθιάς Γαλλίας, που η Λεπέν και οι σύμμαχοί της ισχυρίζονται ότι είναι τα ξεχασμένα θύματα της παγκοσμιοποίησης- σχεδόν σε κάθε στροφή, ιδιοτελείς και φιλοχρήματοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών, έδρας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επιδιώκουν να εμποδίσουν τις προσπάθειές τους.

Η προσφυγή σε μία γλώσσα «σκευωριών» και «συνωμοσιών» που αποτελούν σχέδια «εχθρών του λαού» που απειλούν το έθνος από κάθε κατεύθυνση είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο ρητορικό οπλοστάσιο φασιζόντων δημαγωγών.

Ανάμεσα σε μια πλειοψηφία Γάλλων Καθολικών οι οποίοι πρόσφατα έχουν συμμετάσχει ενεργά στις μαζικές διαδηλώσεις κατά του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών, γνωστές και ως Διαδηλώσεις για Όλους (“La Manif pour Tous”), αυτές οι εικόνες δίωξης οι οποίες συμπίπτουν με την ιστορία των Χριστιανών μαρτύρων, πιο συγκεκριμένα του μυθεύματος της Ιωάννας της Λωρραίνης, στην οποία η Μαρίν Λεπέν είχε ιδιαίτερη προτίμηση – έτυχαν θερμής αποδοχής. Αλλά συνάμα παίζουν με τις γενικότερες ανησυχίες για την Χριστιανική Ευρώπη “που πλημμυρίζει” από ορδές άπιστων μουσουλμάνων. (Αυτό ήταν και το θέμα της Υποταγής, της πρόσφατης επιτυχίας του Michel Houellebecq που προκάλεσε σκάνδαλο, της οποίας η πλοκή περιστρέφεται γύρω από μία Γαλλία που, εξαιτίας της ενδογενούς πολιτικής και πολιτισμικής της εξάντλησης και αδυναμίας, υπέκυψε σε μια Ισλαμική Δικτατορία).

Η εξειδίκευση του Εθνικού Μετώπου πάνω στην τέχνη της φυλετικής κωδικοποίησης, εμφανίζεται επίσης στις συγκρίσεις στις οποίες οι αρχηγοί του αρέσκονται να προβαίνουν, ανάμεσα σε μια προηγούμενη γενιά «επιτυχημένων» (διαβάστε λευκών) ευρωπαίων μεταναστών και μια υποτιθέμενα “μη ενσωματώσιμη” πιο πρόσφατη σοδειά αφρικανών μεταναστών. Η σιωπηρή παραδοχή είναι ότι, ενώ εθνοτικά παρόμοιοι μετανάστες θα ενσωματωθούν εγκαίρως, μη Ευρωπαίοι μετανάστες – των οποίων η ίδια η παρουσία, σε πολλές περιπτώσεις, αποτελεί μία οδυνηρή υπενθύμιση της κληρονομιάς της γαλλικής αποικιοκρατίας – δεν θα ενσωματωθούν ποτέ. Όπως η ίδια η Μαρίν Λεπέν το έθεσε χονδροειδώς μιλώντας για μη Ευρωπαίους μετανάστες «οι συμπεριφορές και οι τρόποι ύπαρξής τους στην κοινωνία […] είναι σε πλήρη αντιδιαστολή με την σύσταση της Γαλλικής ψυχής [sic]”.

Ωστόσο, αναπόφευκτα όταν οι ψεύτικες υποσχέσεις αποκαλυφθούν και καθαρίσει το τοπίο, το έθνος υπό αμφισβήτηση έχει περάσει σε ασύγκριτα χειρότερη θέση απ’ ότι βρισκόταν πριν. Έτσι, αποτελεί αλήθεια για σχεδόν όλα τα ακροδεξιά κινήματα ότι, όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση τα πάνε περίφημα στο να προβαίνουν σε αβυσσαλέα κριτική και επίρριψη ευθυνών, υποθάλποντας έτσι ένα κλίμα έντονου φόβου και δυσπιστίας. Εντούτοις, όταν έρθει η σειρά τους να κυβερνήσουν, αυτό που αφήνουν πίσω είναι μία πολιτική πανωλεθρία και σκάνδαλα.

Όταν όλα έχουν δοκιμαστεί, οι ψευδοφιλελεύθερες εκκλήσεις του Εθνικού Μετώπου για πολιτικό πλουραλισμό και για το δικαίωμα της εθνικής αυτο-διάθεσης είναι κάτι περισσότερο από μία απάτη. Αποκρύπτουν μία επιθυμία για επιστροφή στο πρόγραμμα του ριζοσπαστικού εθνικισμού που κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα εγκαινιάστηκε από αντι-Ντρεϊφουσιανούς, όπως ο Maurice Barrès και ο Charles Maurras. Αμφότεροι ο Barrès και ο Maurras είχαν απέχθεια προς τα ιδανικά της ισότητας του γαλλικού ρεπουμπλικανισμού και προσπάθησαν να τα αντικαταστήσουν με τις αξίες μιας εθνικά ομοιογενούς αυταρχικής κοινωνίας. «Εξεγείρομαι ενάντια στους νόμους που δεν αποτελούν νόμους της φυλής μας» διακηρύττει ο Barrès στο Scènes et doctrines du nationalisme. «Εθνικισμός σημαίνει επίλυση όλων των ζητημάτων με γνώμονα τα γαλλικά συμφέροντα». Σε αντίθεση με τους υποστηρικτές του Dreyfus, ο Barrès υποστήριζε ότι οι καθολικές αξιώσεις της δικαιοσύνης ή της αλήθειας είναι χιμαιρικές. Αντ’ αυτού, υπάρχει μόνο μια σειρά από διαφορετικές εθνικές αλήθειες.

Και τότε και τώρα, στόχος του ριζοσπαστικού εθνικισμού ήταν να αντικαταστήσει τις αξίες του πολιτειακού εθνικισμού –τις «ιδέες του 1789»- με τη σοβινιστική και γεμάτη προκαταλήψεις σύλληψη του εθνοτικού εθνικισμού. Ο απώτερος στόχος είναι να επαναπροσδιοριστεί η ιδιότητα του πολίτη σύμφωνα με τις επιταγές του ανήκειν στο έθνος (jus sanguinis), σε αντίθεση με την ισότητα απέναντι στον νόμο (jus soli).

Στο άρθρο γνώμης που έγραψε στους New York Times, η Μαρίν Λεπέν πρόδωσε το χρέος της προς την πολιτική γενεαλογία του ριζοσπαστικού εθνικισμού υποστηρίζοντας ότι μόνο η ύπαρξη ενός ομοιογενούς ευρωπαϊκού λαού θα μπορούσε να αποτελέσει νόμιμη βάση για την ΕΕ. Αμέσως μετά, διέψευσε την ιδέα ότι “ένας Πολωνός-μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει τη δυνατότητα να νομοθετεί για τον Ισπανό”. Μα γιατί δεν πρέπει αυτό να συμβαίνει στον βαθμό που οι Πολωνοί και οι Ισπανοί ανήκουν σε μια κοινή υπερεθνική νομική και πολιτική τάξη, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Αυτό που προτείνει η Λεπέν είναι ότι το δικαίωμα του νομοθετείν δεν πηγάζει από κάποιο νομικό καθεστώς, αλλά αντιθέτως είναι συνάρτηση της εθνικότητας. Έτσι, σύμφωνα με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις των «λεπενικών οικογενειακών αξιών», που, σε ανησυχητικό βαθμό, κερδίζουν βαθμιαία σε κύρος και αποδοχή σε όλη την Ήπειρο – μόνο οι εθνοτικά Πολωνοί έχουν το δικαίωμα να νομοθετούν στην Πολωνία και οι εθνοτικά Ισπανοί στην Ισπανία, οι «Français de souche» ή οι εθνοτικά Γάλλοι στην Γαλλία, και ούτω καθεξής.

Μπορεί κανείς μόνο να αρχίσει να φαντάζεται το πολιτικό χάος που θα προκύψει από την απόπειρα να θεσπίσει το Εθνικό Μέτωπο το πρόγραμμα του “διαφοριστικού ρατσισμού” σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Επιπρόσθετα, σε γενικές γραμμές οι απαιτήσεις για εθνοτική ή εθνική ομοιογένεια αποτελούν ένα πολιτικό τέχνασμα ή φανταστικό σκηνοθέτημα από πολιτικούς τσαρλατάνους προκειμένου να προωθήσουν τυχοδιωκτικά τους δικούς τους ιδεολογικούς σκοπούς.

Άπαξ και κάποιος πυροδοτήσει το πολιτικό φυτίλι του εθνολαϊκισμού θέτοντας έτσι διάφορες εθνοτικές και εθνικές ομάδες σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, δεν υπάρχει σταματημός – με λογικά κριτήρια. Μόνη της η Γαλλία αποτελείται από Βρετόνους, Νορμανδούς, Αλσατούς, Βάσκους και Κορσικανούς. Πώς θα μπορούσε κάποιος να αποφασίσει μεταξύ αυτών των διαφορετικών ομάδων ποιος είναι πραγματικά Γάλλος, ή ποιος ανάμεσα σ’ αυτούς δικαιούται να του αποδοθεί το δικαίωμα να αποσχιστεί σύμφωνα με «το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση» που υποκριτικά μοστράρεται από τους Λεπέν;

Εντέλει, οι σύγχρονοι κάτοικοι των περιοχών αυτών είναι το προϊόν αιώνων μετανάστευσης και διαπολιτισμικής συνάντησης. Σε αυτήν την βάση και μόνο, είναι αναμφισβήτητο ότι, όταν προκύπτουν ζητήματα πολιτικού δικαιώματος ή νομιμοποίησης, το να επικαλείται κανείς την εθνικότητα ως κριτήριο είναι ένα φάντασμα – ένα ιδεολογικό τέχνασμα που οι πολιτικές ελίτ χρησιμοποιούν για να υποκινήσουν μια φρενίτιδα ξενοφοβίας στους εύπιστους οπαδούς τους.

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’30, το πρόγραμμα του ριζοσπαστικού εθνικισμού απέδωσε καρπούς στις μαζικές διαδηλώσεις που ενορχηστρώθηκαν από ακροδεξιά κόμματα κατά των λεγόμενων métis (μη λευκοί μετανάστες). Αυτό κορυφώθηκε στην πρωτοφασιστική αντιρεπουμπλικανική πολεμική ιαχή «Καλύτερα Χίτλερ παρά Léon Blum [ηγέτης του Λαϊκού Μετώπου]» o οποίος ήταν Σοσιαλιστής και Εβραίος. Υπό τη δωσιλογική κυβέρνηση του στρατάρχη Pétain στο καθεστώς του Βισύ -ένα καθεστώς στο οποίο ο Λεπέν ο πρεσβύτερος προσβλέπει ανοιχτά με νοσταλγία- οι μετανάστες στερήθηκαν των πολιτειακών και πολιτικών τους δικαιωμάτων και θεσπίστηκαν νέοι νόμοι που ευνοούσαν τους εθνικά Γάλλους. Το φθινόπωρο του 1940, οι Γάλλοι Εβραίοι- πολλοί από τους οποίους είχαν διαμείνει στην Γαλλία για αιώνες- ήταν ποδηγετημένοι: στερούμενοι των πολιτειακών και πολιτικών τους ελευθεριών και χωρίς τη δυνατότητα άσκησης ποικίλων επαγγελμάτων με επιρροή (δικηγορία, δημοσιογραφία, εκδοτική δραστηριότητα κ.λ.π.). Βλέποντάς τα αναδρομικά, τα μέτρα αυτά ήταν ένα θεσμικό πρελούδιο για την απέλαση περίπου 75.000 Εβραίων από τις αρχές του Βισύ στα ναζιστικά στρατόπεδα «θανάτου».

***
Στη σύγχρονη Ευρώπη, η προσπάθεια του Εθνικού Μετώπου να επαναφέρει την εθνικότητα ως καθοριστικό κριτήριο της πολιτικής – “Les Français d’Abord!” («Πρώτα οι Γάλλοι») είναι ένα δημοφιλές σύνθημα του Εθνικού Μετώπου – δεν είναι καθόλου καινοφανής. Η προσέγγισή του αυτή είναι κοινή για την συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών ακροδεξιών αυταρχικών λαϊκιστικών κομμάτων. Έτσι, σύμφωνα με μια ανησυχητική τάση, τα ευρωπαϊκά έθνη που προηγουμένως ήταν λίγο-πολύ απαλλαγμένα από την ακροδεξιά πολιτική επιρροή έχουν προσφάτως υποκύψει.

Στις γερμανικές περιφερειακές εκλογές του περασμένου Μαρτίου, το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία» (ΑfD) πραγματοποίησε σημαντικά βήματα και σήμερα εκπροσωπείται σε οκτώ από τα δεκαέξι πολιτειακά νομοθετικά σώματα. Στο ανατολικό κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, το μερίδιο του AfD αυξήθηκε στο ανησυχητικό ποσοστό της τάξεως του 24%. Όπως φαίνεται, η πρόσφατη πρόταση του ηγέτη του AfD, Frauke Petry ότι στο μέλλον οι γερμανοί συνοριοφύλακες θα πρέπει να χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα για να κρατήσουν μακριά τους ανεπιθύμητους ζητούντες άσυλο και τους υποψήφιους μετανάστες απέτυχε να αποτρέψει τους ψηφοφόρους, παρά το γεγονός ότι, στα μάτια πολλών Γερμανών, άγγιξε ένα ευαίσθητο νεύρο στην πολιτική ιστορία της Γερμανίας.

Από πολλές απόψεις, η κατάσταση στην Γερμανία αποτελεί έναν μικρόκοσμο μιας γενικότερης πολιτικής τάσης. Σ’ όλη την ήπειρο, τα συμβατικά κεντροαριστερά ή κεντροδεξιά κόμματα βρίσκονται στη δίνη μιας βαθιάς κρίσης. Οι ψηφοφόροι έχουν χάσει όλο και περισσότερο την εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις για την αντιμετώπιση της απότομης ανόδου των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων που ακολούθησαν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Ούτε η άκαρδη και αλαζονική κακοδιαχείριση της ελληνικής κρίσης χρέους από την πλευρά της ΕΕ αύξησε την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων με την αποτελεσματικότητα και την ειλικρίνειά της.

Επί του παρόντος, με την ανεργία των νέων να κυμαίνεται γύρω στο 50% σε ορισμένες χώρες του Ευρωπαϊκού νότου (ιδίως στην Ελλάδα και στην Ισπανία), τα όνειρα της γενιάς του 2000 για ευημερία έχουν διαψευστεί. Και έτσι, ριζοσπαστικές πολιτικές εναλλακτικές λύσεις αναζητούνται ανεξαρτήτως του κόστους ή των κινδύνων που εγκυμονούν. Στην Ελλάδα και στην Ισπανία, αυτό το κλίμα έχει ωφελήσει αριστερά κόμματα, όπως ο Σύριζα και οι Ποδέμος. Στην βόρεια Ευρώπη, αντιθέτως, έχει ενισχυθεί το κύρος ενός ολόκληρου φάσματος ακροδεξιών κομμάτων που έχουν ανοιχτά ενθαρρύνει την επιστροφή στην ατζέντα του ριζοσπαστικού εθνικισμού της δεκαετίας του 1930: τα παραπλανητικά ονομαζόμενα «Κόμματα της ελευθερίας» στην Αυστρία και στις Κάτω Χώρες· και στην Σκανδιναβία, το Δανέζικο Λαϊκό Κόμμα και οι Σουηδοί Δημοκράτες.

***
Ο Ζαν Μαρί Λεπέν πρόσφερε κάποτε ένα αξιομνημόνευτο παράδειγμα της ιδεολογίας του διαφοριστικού ρατσισμού όταν ομολόγησε «εγώ αγαπώ τους βορειοαφρικανούς αλλά η θέση τους είναι στο Μαγκρέμπ, όχι στη μητροπολιτική Γαλλία». Σε μια άλλη περίπτωση, ο Λεπέν σκιαγράφησε την περίφημη «ομόκεντρη» προσέγγιση της πολιτικής: «Εγώ συμπαθώ περισσότερο τις κόρες μου από τα ξαδέρφια μου, τα ξαδέρφια μου περισσότερο από τους γείτονές μου, τους γείτονές μου περισσότερο από τους ξένους και τους ξένους περισσότερο από τους εχθρούς μου». Με άλλα λόγια: όχι η ισότητα απέναντι στον νόμο, αλλά το αίμα και η εθνικότητα είναι τα καθοριστικά κριτήρια της πολιτικής.

Όπως έχουν τώρα τα πράγματα, η Γαλλία αποτελεί σπίτι για 4 με 5 εκατομμύρια μουσουλμάνους μετανάστες. Κάποιος μπορεί μόνο να αρχίσει να φαντάζεται τα είδη της νομοθεσίας διακρίσεων –για να μην αναφέρουμε την κλίμακα των απελάσεων- που σίγουρα θα ακολουθήσουν σε περίπτωση που το Εθνικό Μέτωπο ανέλθει στην εξουσία. Κατά την διάρκεια του 1990, ο Υπουργός Εσωτερικών Charles Pasqua, τότε μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου του Ζακ Σιράκ, φαντασιωνόταν σαδιστικά «πτήσεις charter για μετανάστες, από τις οποίες κανείς δεν επιστρέφει». Το επεισόδιο Pasqua απεικονίζει την ικανότητα των ακροδεξιών κομμάτων να καθορίζουν την ατζέντα της εθνικής πολιτικής, ακόμα και πριν την ανέλιξή τους στην εξουσία.

Πηγή: http://www.thenation.com

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s