Το καταραμένο απόθεμα μιας δεκαετίας, του Δημήτρη Μουταφίδη

Υπερ-πολιτική σημαίνει όχι πια πολιτική
– Πωλ Βιριλιό, Καθαρός Πόλεμος”

 

Τα “ανεξέλεγκτα στοιχεία” οπλοφορούν. Συνωμοτούν εναντίον της μακαριότητας του αναγνώστη. Έρχονται από τη δεκαετία του ’70 και μιλάνε για το τι ζήσανε στις ρωγμές της φωτεινής επιφάνειας και στις σκιές των μητροπόλεων. Ο Στεφάν Οσμόν ανασύρει αυτό τον δημοσιογραφικό τίτλο που είχαν αποδώσει στους αριστεριστές και τους αυτόνομους και γράφει ένα μυθιστόρημα εν μέρει για τη ζωή του και εν μέρει για τη γενιά του.

Η γενιά του δεν είναι αυτή του Μάη του ’68, των τότε εικοσάχρονων φοιτητών της Σορβόννης, όπως ο Ντανιέλ Κον Μπετίτ. Η γενιά του είναι όλοι όσοι ήταν πολύ μικροί ηλικιακά εκείνο τον Μάη και ενηλικιώθηκαν -βιολογικά και πολιτικά- με τα μαθητικά κινήματα εναντίον του Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν, τις συγκρούσεις με την αστυνομία και τις φασιστικές οργανώσεις, και την ανάπτυξη του αντάρτικου πόλεως στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία. Ο χρόνος της γενιάς αυτής είναι η πύρινη δεκαετία του ’70.

Απ’ το βιβλίο περνά μια σωρεία προσώπων, επιφανών ή μη, και κάνουν τη δική τους κατάθεση για εκείνη τη δεκαετία. Από τη διανόηση του αριστερισμού και τον Αντόνιο Νέγκι μέχρι τον αρχηγό του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Φ. Μιτεράν, από την ελευθεριακή και τραγική πρωταγωνίστρια Φεντόρα μέχρι τον τελευταίο συνδικαλιστή, τον πιο άσημο Μαγκρεμπίνο μαοϊκό, τον πιο σκληροπυρηνικό λαμπερτιστή και την πιο όμορφη και απελευθερωμένη φεμινίστρια. Όλο το οικοσύστημα της αριστεράς και της αυτονομίας παρελαύνει κι αποκαλύπτει αγωνίες και διαφορές, συμπεριφορές και σκέψεις, πράξεις τρομακτικές και τρυφερές.

Εκτός από τις αναρίθμητες κατηγορίες αριστερών και αναρχικών, αποκαλύπτονται τα πολιτιστικά τελετουργικά της δεκαετίας. Το Interail, τα πάρτυ, τα αμέτρητα ναρκωτικά, η σεξουαλική ελευθεριότητα, οι Pink Floyd και τα βιβλία του Μαλρώ. Όλα αυτά συνυπάρχουν με τις διεθνείς εξελίξεις. Την Καμπότζη και τη Χιλή, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Πάνω απ’ όλα, όμως, οι δυο άνθρωποι-σταθμοί που στοιχειώνουν και διαπερνούν το βιβλίο σελίδα τη σελίδα, ήδη απ’ την προμετωπίδα, είναι ο Αλτουσέρ και ο Καμύ. Ανάμεσά τους στέκει η Prima Linea, αυτή η ιταλική τρομοκρατική οργάνωση που ήθελε να ξεπεράσει τις Ερυθρές Ταξιαρχίες.

“Η Ιστορία είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο”. Η εμβληματική φράση του Λουί Αλτουσέρ, αυτού του μεγάλου μαρξιστή στοχαστή και στυλοβάτη του δομισμού, στοιχειώνει τους βασικούς πρωταγωνιστές του έργου, τους συνωμότες της “Prima Linea”. Είναι αυτοί που άφησαν τον Αλτουσέρ “να σκέφτεται για λογαριασμό τους”. Συνδέοντας τη θέληση να γράψουν Ιστορία, η οποία μεγεθύνεται απ’ το γεγονός ότι δεν έζησαν ούτε τον Μάη ούτε την Αντίσταση, και τη μαρξιστική νομοτελειακότητα της Ιστορίας· συνδέοντας, δηλαδή, τον απόλυτο υποκειμενισμό και τον απόλυτο αντικειμενισμό, οδηγήθηκαν στην “ένοπλη προπαγάνδα”. Αυτή η τυρρανία της μεγάλης Ιστορίας, της αναθέρμανσης του ηρωϊκού σε μια εποχή που αρχίζουν να ξεφτίζουν τα μεγάλα είδωλα, οδήγησαν ξανά στη φαντασίωση της Μεγάλης Νύχτας.

Μέσα σ’ αυτή την ομάδα, υπάρχει ο βασικός πρωταγωνιστής που φέρει το ψευδώνυμο “Καλιάγεφ”, δηλαδή το όνομα του γνωστού ρώσου επαναστάτη του 1905, τον οποίο συμπαθούσε ο Καμύ. Ο “Καλιάγεφ” είναι αυτός που θα “λυγίσει”, αυτός που δεν θα μπορέσει να πυροβολήσει τον αντιπρόσωπο της Fiat. Είναι αυτός που δίνει την απάντηση στην ερώτηση του Καμύ “τι δουλειά μπορεί να έχει η αγάπη σ’ αυτές τις περήφανες καρδιές;”. Είναι, τέλος, αυτός που θα γράψει αυτό το βιβλίο, κάνοντας ένα αναίμακτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών από τη σκοπιά ενός μικροαστού οικογενειάρχη που έχει τα δικά του μυστικά.

Αυτό το εξαιρετικό, καλογραμμένο και καλομεταφρασμένο (από την Α. Μοσχονά) βιβλίο, εκτός από την απόλαυση της αφηγηματικής πρόζας, τη γνωριμία με την ήπειρο της τρομοκρατίας, αλλά και των σεκτών του αριστερισμού και της αναρχίας της δεκαετίας του ’70, καθώς και το ρίγος που προκαλούν πολλές (αυτο)κριτικές παρατηρήσεις, τι άλλο μπορεί να προσφέρει; Μπορεί να έχει και μια επιπρόσθετη αξία, πιο στοχαστική και σύγχρονη συνάμα, εκτός από την αξία του ως ενός ρεαλιστικού μυθιστορήματος της τάξεως της ιστορικής μαρτυρίας;

Ένα βιβλίο σαν τα “Ανεξέλεγκτα στοιχεία”, ένα βιβλίο που “μυρίζει δακρυγόνο”, όπως η εποχή που περιγράφει, κάνει μια διπλή κίνηση. Από τη μία, κάνει αντικείμενο μελέτης μια εποχή, δείχνοντας ότι βρισκόμαστε αρκετά μακριά από αυτήν ώστε να τη συζητάμε· ενώ από την άλλη, μέσα από τη μνημονική αφήγηση, καθιστά τη μνήμη, όχι έναν τόπο απαντήσεων, αλλά μια ήπειρο ερωτήσεων. Μέσα από αυτή τη διπλή κίνηση, οι ερωτήσεις του Οσμόν στρέφονται γύρω από το πολιτικό κακό, τη βιαιότητα και τον εξτρεμισμό που κατάγονται από τον αριστερίστικο και τον αυτόνομο κι αναρχικό χώρο. Αυτή είναι η θεματική στην οποία ανοίγεται ο αναγνώστης.

Πρόκειται για μια συζήτηση, μάλιστα, που δεν έχει ανοίξει ουσιωδώς στην Ελλάδα. Δεδομένου ότι ο αντιφασισμός και η απέχθεια απέναντι στον εξτρεμισμό της άκρας δεξιάς είναι σε γενικές γραμμές κεκτημένα, ενώ ο αντισταλινισμός ως αντιολοκληρωτισμός και η καταδίκη του εξτρεμισμού της άκρας αριστεράς, κυρίως από ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς και της κεντρο-αριστεράς, όχι. Σε αυτό συνέβαλε σ’ ένα βαθμό και η δειλία με την οποία προσπάθησε να ανοίξει το ζήτημα το ΚΚΕ-εσωτερικού τη δεκαετία του ’80, καθώς και η σιωπηρή ανοχή απέναντι στα τρομοκρατικά χτυπήματα της 17Ν.

Εκτός αυτών, όμως, ο αριστερογενής εξτρεμισμός εξορκίζεται και με άλλους τρόπους. Η θεωρία των “παραπλανημένων συντρόφων”· η καταγγελία της θεωρίας των δύο άκρων (η οποία οδηγήθηκε, προφανώς, σε υπερβολές και απλοϊκότητες και χρησιμοποιήθηκε δημαγωγικά)· η εξοικείωση με τα γκουλάγκ, τον Κιμ-Γιονγκ-Ουν και τον Στάλιν μέσα από τον νέο χιουμοριστικό κανόνα των trolls και των memes είναι μόνο μερικές μορφές εξορκισμού και αποφυγής αυτής της συζήτησης. Όλα αυτά αποδεικνύουν, αν όχι την απουσία, σίγουρα την ένδεια της αντιολοκληρωτικής και, συνεπώς, μιας αντιεξτρεμιστικής συνείδησης στην Ελλάδα.

Μέσα από αυτό το μυθιστόρημα μπορεί κανείς να θέσει ερωτήματα ακριβώς γι’ αυτά τα ακραία φαινόμενα. Να ακολουθήσει την πορεία της ένδυσης της αντιπολιτικής και της βίας σε υπερ-πολιτική. Να παρακολουθήσει την τυρρανία του πολιτικού στοιχείου πάνω στα πρόσωπα που μετατρέπει σε τυρράνους· πώς το πολιτικό μετατρέπεται στο ανεξέλεγκτο άλλο του· πώς η πολιτική δέσμευση μετατρέπεται σε θρησκευτική αποστολή. Αλλά συνάμα να ακούσει την αυτοκριτική και την ανάνηψη όσων ενεπλάκησαν στο αντάρτικο πόλεως.

Όπως ο Πρίμο Λέβι, ο Βασίλι Γκρόσμαν, ο Σαλάμοφ και ο Σολζενίτσιν άνοιξαν και συνεχίζουν να τροφοδοτούν την αναγκαία συζήτηση για τον ολοκληρωτισμό, είτε στη ναζιστική είτε στη λενινο-σταλινική εκδοχή του, έτσι και ο Στεφάν Οσμόν ανοίγει τη συζήτηση για αυτό το ολοκληρωτικό παρακλάδι που ονομάζεται εξτρεμισμός. Με την αποκάλυψη του καταραμένου αποθέματος μιας δεκαετίας και της σκοτεινής της ύλης, αποδεικνύει ότι υπάρχει μια λογοτεχνία, που χωρίς να κάνει αισθητικές παραχωρήσεις, σκληρή και τρυφερή μαζί, μπορεί να συνομιλεί ακόμα με τις πολιτικές ιδέες και την ιστορία.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s