Αστικά διηγήματα υπαρξιακής ασφυξίας, της Αναστασίας Βράτζια

Η πρόσφατη έκδοση της συλλογής διηγημάτων Τραμπάλα, δύο χρόνια ακριβώς μετά το μυθιστόρημα Λάσπη, συνιστά την ηχηρή είσοδο για τον Χρήστο Αρμάντο Γκέζο στο απαιτητικό είδος της μικρής φόρμας. Την συλλογή απαρτίζουν δέκα διηγήματα, τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και μεταμοντέρνα ως προς την τεχνοτροπία και την σύνθεση τους, καθώς και υπαρξιακά όσον αφορά το περιεχόμενό τους. «Το κεφάλι στο τζάμι» και «η Μύγα», τα δύο πρώτα διηγήματα της συλλογής, παρουσιάζουν την ελληνική εκδοχή του Μερσώ του Καμύ, ενώ ο «Λευκός Πίνακας» είναι διασκευή του διηγήματος «Η ψυχή δεν είναι σιδεράδικο» (Ντέιβιντ Φόστερ ΟυάλαςΑμερικάνικη Λήθη, εκδόσεις Κέδρος). Οι εμφανείς διακειμενικές αναφορές που απαντώνται σε ορισμένα από τα διηγήματα λειτουργούν ως παράλληλο φόντο στο μουντό αστικό πεδίο κι εκτείνονται από τα Όνειρα του Ακίρα Κουροσάβα και την Αμαρτωλή Πόλη του Φρανκ Μίλλερ («Κεφάλι στο τζάμι»), τους Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν («Καρδιές για φάγωμα») έως τον Έντβαρντ Μουνκ και την «Κραυγή» του («Το Χασμουρητό»):

« Κι ήταν ένα βράδυ πριν από μερικούς μήνες, σε μια έκθεση αφιερωμένη στον εξπρεσσιονισμό, όταν κάρφωσα τα πόδια μου μπροστά από ένα αντίγραφο της περίφημης Κραυγής του Μουνκ, αυτού του τόσου καταξεσκισμένου από την ποπ κουλτούρα δημιουργήματος, που θα μπορούσες και να το πετύχεις ακόμα και σε σώβρακο αιώνιου φοιτητή την ώρα που σκύβει για να σηκώσει τον προτζέκτορα, βυθίστηκα στην κιτρινοκόκκινη παραμόρφωση των σύννεφων, στάθηκα ο ίδιος πάνω από τη γέφυρα μια τρίτη φιγούρα που πλησίαζε ή απομακρυνόταν από την απελπισμένη καραφλή μορφή και τότε, όταν επιτέλους βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο μπροστά του, κοίταξα κατευθείαν τα αποτρελαμένα μάτια κι έπειτα λίγο πιο κάτω το στόμα του, για χρόνια ολόκληρα παρατηρούσα εκδοχές αυτού του πίνακα, εξάλλου θέλοντας και μη, αλλά μόνο τώρα, μόνο εκείνη τη στιγμή που στάθηκα μπροστά του τότε μόνο συνειδητοποίησα πως εκείνο το σάψαλο με το μακρύ πηγούνι και τα χέρια στο κεφάλι δεν κραύγαζε, δεν ούρλιαζε, αλλά χασμουριόταν.» (σελ.90).

Η απάθεια, η ανία και η παραίτηση –και όχι η αγάπη- δένουν σαν χαλαρές κλωστές τις μοίρες των αφηγητών-ηρώων από διήγημα σε διήγημα. Βέβαια, οι πρωταγωνιστές του Γκέζου κάθε άλλο παρά «ήρωες» είναι, τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια του όρου. Πρόκειται για ανθρώπους που όλοι μας έχουμε συναντήσει σε διάφορες γωνιές της πόλης, από τον φούρνο μέχρι σε κάποια άντεργκραουντ έκθεση με απομιμήσεις εξπρεσσιονιστικών έργων, τους έχουμε δει να κουβαλούν «ένα φορτίο εξίσου απωθητικό κι απωθημένο, ένα βαθύ πηγάδι της μνήμης που είναι απρόσιτο και κοντινό: αποκείμενο», όπως μπορεί να έλεγε η Τζούλια Κρίστεβα. Οι αποσυνάγωγοι που κατοικούν τις σελίδες της Τραμπάλας, βιώνουν την αποκειμενοποίηση σύμφωνα με τους όρους της Βουλγαρο-Γαλλίδας φιλοσόφου, μένουν εκτός της συμβολικής τάξης του κόσμου. Είναι σύγχρονοι αυτοεξόριστοι, κι όσοι έχουν επιλέξει εκούσια την εξορία τους υπογράφουν συνθήκη αποχωρισμού από το προηγούμενο σώμα τους, ευελπιστώντας σε μια νέα, καλύτερη ζωή, σύμφωνα πάντα με τους δικούς τους όρους:

«Όταν πρωτομπήκα στο καινούργιο διαμέρισμα και βρέθηκα ανάμεσα στους άδειους κατάλευκους τοίχους, ένιωσα λες και μετά από χρόνια οι άνθρωποι είχαν πάψει να χάφτουν το παραμύθι μου και με έκλεισαν επιτέλους στο τρελάδικο. Τουλάχιστον το ότι θα κοιμόμουν σε στρώμα στο πάτωμα θα μπορούσα να το δω ως την περιπετειώδη πρώτη πράξη της μετά από χρόνια εργένικης ζωής μου, το πρωί θα μπορούσα να κατουρήσω χωρίς να σηκώσω το καπάκι και χωρίς να χρειαστεί να σκουπίσω με χαρτί τις πιτσιλιές από τη λεκάνη, ούτε θα είχα κανέναν πάνω από το κεφάλι να μου πιπιλάει και πότε θα ξεπακετάρεις τα πράγματα και πότε θα τακτοποιήσεις τις κούτες και πότε και πότε και πότε, ποτέ, θα τις αφήσω για έπιπλα, καμουφλαρισμένες βιβλιοθήκες και χάρτινα σύνθετα, ιδιοφυή αριστουργήματα της σύγχρονης τέχνης και της εσωτερικής διακόσμησης, μην σου πω θα κόψω και εισιτήριο να έρχονται οι γείτονες να τα θαυμάζουν» («Η Μύγα», σελ.15).

Ο τίτλος της συλλογής, Τραμπάλα, αποτυπώνει απόλυτα τη συναισθηματική αστάθεια που εκδηλώνουν οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων, την άνιση μάχη του κληροδοτημένου παρελθόντος με το προκαθορισμένο μέλλον, τη ζαλάδα που αφήνει η περιπλάνηση των αφηγητών μέσα στο αποχαυνωμένο πλήθος των πόλεων. Για τον αφηγητή του ομώνυμου διηγήματος, «η ζωή είναι μια τραμπάλα και σημασία δεν έχει σε ποια μεριά θα κάτσουν τα περισσότερα παιδιά», δεν έχει καμία σημασία, λοιπόν, προς ποια κατεύθυνση γέρνει η πλάστιγγα, εκείνος έχει πάρει την απόφαση για την απονενοημένη πράξη, ίσως να είναι μια ανέλπιδη συνθηκολόγηση με μία μοίρα της ήττας, η οποία σφίγγει σαν «τρίχινη γραβάτα» τον λαιμό του ήρωα. Με μία μοίρα που τον έχει φορτώσει με «απρόσμενες υποτροπές με κεφάλια που εκρήγνυνται και μάγουλα που καίνε», με ισόβια φαρμακευτική περίθαλψη «γιατί είναι η συγκρότησή του μια κλωστή διάφανη και τεντωμένη που τραβιέται αντίρροπα από τις άκρες της εδώ και καιρό». Ένας σπαρακτικός εσωτερικός μονόλογος ενός ανθρώπου που ο εγκέφαλός του έχει χωριστεί στα δύο «σαν ένα μεγάλο ξερό κρεμμύδι» (δεν γνωρίζουμε αν η διάσπαση αυτή έχει τις ρίζες της σε ψυχογενή αίτια ή είναι προϊόν της υπαρξιακής ασφυξίας του ήρωα εξαιτίας της απώλειας της μητέρας του, αποτέλεσμα ερωτικής απογοήτευσης). Ερχόμενος σε αντίθεση με την υπαρξιακή ρητορική του Καμύ, ο αφηγητής αποφασίζει να αφήσει τη σισσύφεια πέτρα να κυλήσει, δεν νοείται να δημιουργήσει νόημα σε έναν εξαρχής παράλογο κόσμο.

Ο «Μερσώ», ο αποσυνάγωγος-αφηγητής της «Μύγας», φέρεται να θέλει να αποκοπεί εντελώς από τις ρίζες του από την επαρχία, κυρίως όμως από την μητέρα του:

«κι έλα εδώ να δουλέψεις στα χωράφια παιδάκι μου και τι κάθεσαι και κάνεις στην Αθήνα που θα σας φάει όλους το μαύρο σκοτάδι κι εδώ θα ζήσεις καλύτερα και έχουμε και τα ζωντανά και θα σου μαγειρεύω όλα τα καλά και κάποια στιγμή είχα σηκώσει το τηλέφωνο στον αέρα με την ιδέα στο μυαλό μου να σταματήσω κάποιον περαστικό στον δρόμο και να του το κολλήσω στο αυτί, ορίστε, θέλετε να ακούσετε; Να σου πω όμως έχω δουλειά τώρα, θα τα πούμε άλλη φορά, γεια. Άσε μας κι εσύ, ρε μάνα! Τι να κάνω εγώ στο χωριό, να ξεφλουδίζω λεμόνια ή να ξεσκατίζω προβατίνες;» (σελ.16).

Παράλληλα, μοιάζει σαν είχε από πάντα χαμένη τη συνειδητότητά του και περιφέρεται στους πολύβοους δρόμους, άφιλος, ανέστιος και αφρήτωρ, μα με περισσή έπαρση και αλαζονεία να γεμίζει το εσωτερικό κενό, όταν μάλιστα αντικρίζει τους «άλλους αποσυνάγωγους»:

«Έτσι όπως περνούσα από την αψίδα που σχημάτιζαν τα προτεταμένα χέρια, ένιωθα σαν βασιλιάς που περνούσε κάτω από τα υψωμένα σπαθιά των ιπποτών του, δεν τους κοιτούσα ούτε με την άκρη του ματιού μου και απορούσα που μια στο τόσο βρισκόταν κάποιος και τους πέταγε από ένα κέρμα, για να φουσκώσει έπειτα το στήθος σαν τον κακό τον λύκο που ετοιμαζόταν να φυσήξει το καλύβι και να πορευτεί καμαρωτός-καμαρωτός με την ψευδαίσθηση πως έπιασε τόπο η ύπαρξή του σε αυτόν τον κόκκο σκόνης που γυρίζει γύρω-γύρω από τον ήλιο. (σελ. 17)»

«Τώρα, εδώ, με τον φάκελο ανοιγμένο στα χέρια μου, αυτό που θεωρεί προτεραιότητα ο εγκέφαλός μου είναι να θυμηθεί την πρώτη φορά που ο πατέρας φύσηξε ένα παχύ και θεόπηχτο σύννεφο καπνού στο πρόσωπό μου», το τρίτο διήγημα της συλλογής ανοίγει ταυτόχρονα με το άνοιγμα του φακέλου της διάγνωσης καρκίνου του πνεύμονα για τον αφηγητή της ιστορίας, «δώρο» ενός αδιάφορου πατέρα για τον οποίο το τσιγάρο υπήρξε η μόνη απόλαυση και πολυτέλεια στη ζωή του, ενώ ο καπνός έχτιζε ένα «στιβαρό γκρίζο τείχος» ανάμεσα σε αυτόν και τους γύρω του. Τραγική ειρωνεία, το ίδιο «τείχος» καλείται να αντιμετωπίσει κι ο γιός του, όχι όμως εξαιτίας της εξάρτησής του από το τσιγάρο, αλλά εξαιτίας της αποχής του:

«Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, στην αρχή ξέφυγα για λίγο από όλο αυτό το παραπέτασμα καπνού αλλά σύντομα άρχισα να βγαίνω σε μέρη που σιχαινόμουν με δυνατή μουσική και πήχτρα στον κόσμο, πήγαινα εκεί για να γνωρίσω καμιά κοπέλα και να γίνω αρεστός στις νέες μου παρέες που με έλεγαν ήδη ξενέρωτο που δεν έπινα και δεν κάπνιζα και γούρλωναν τα μάτια τους τόσο πολύ όταν τους έλεγα ότι δεν είχα πιάσει ποτέ στα χέρια μου τσιγάρο, και πήγαινα αρκετά συχνά σε αυτά τα μέρη στην αρχή, σήκωνα την μπλούζα μου πάνω από τη μύτη για να φιλτράρω κάπως τον αέρα που αναπνέω αλλά και πάλι δεν υποφερόταν, όμως εγώ καθόμουν γιατί έπρεπε να με συμπαθήσουν και δεν με πείραζε που όταν γυρνούσα σπίτι τα ξημερώματα έκλαιγα μέχρι να με πάρει ο ύπνος» (σελ.31).

Όσοι δέχονται τη θεωρία των ψυχοσωματικών διαστάσεων του καρκίνου, θιασώτης της οποίας υπήρξε ο Βίλχελμ Ράιχ, υποστηρίζουν ότι οι πνευμονοπάθειες και δη ο καρκίνος του πνεύμονα έχει την ψυχογενή αιτία του στον φόβο για τη ζωή, στην παραίτηση από τη ζωή, καθώς και στο βίωμα του έντονου συναισθηματικού πόνου λόγω απόρριψης. Ο ήρωας-αφηγητής εσωτερικεύει την απόρριψη και την αδιαφορία του πατέρα, υιοθετεί μία άτολμη στάση προς τη ζωή κι εντέλει του «δωρίζεται» αυτό από το οποίο προσπαθούσε πάντα να ξεφύγει, ο καπνός και οι συνέπειές του.

Παρά τις σκοτεινές θεματικές των διηγημάτων, η γραφή του Γκέζου αποπνέει φρεσκάδα διότι τολμά να πειραματιστεί με ήδη δοκιμασμένες αφηγηματικές φόρμες και να επαν-αφηγηθεί ιστορίες που έχουμε ξανακούσει, προσγειώνοντάς τες στο τώρα, στην εποχή της οικονομικής και ηθικής κρίσης, στην εποχή της αποδόμησης. Ακόμη κι αν δεν το θες, είναι αδύνατο να μην ταυτιστείς με κάποιον από τους ήρωες της Τραμπάλας: καθένας από τους δέκα αφηγητές κουβαλά σιωπηλά ένα απόβαρο τόσο οικείο σε όλους μας.

Βιογραφικό:

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γεννήθηκε στη Χιμάρα το 1988 και μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας. Είναι απόφοιτος της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του ΕΜΠ. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή “Ανεκπλήρωτοι Φόβοι” από τις εκδόσεις Πολύτροπον (Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013), το μυθιστόρημα “Η Λάσπη” (υποψήφιο για το Athens Prize of Literature 2015) και τη συλλογή διηγημάτων “Τραμπάλα”, από τις εκδόσεις Μελάνι.

Πηγές:

Kristeva, Julia, Ξένοι μέσα στον εαυτό μας, μτφ. Βασίλειος Πατσογιάννης, Αθήνα: Scripta, 2004.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s