Με διαβατήριο το ρούβλι, του Χρήστου Γραμμένου

Για τον ελληνικό τύπο η είδηση περί ίδρυσης πολιτικού κόμματος στην Κυπριακή δημοκρατία από πολίτες ρωσικής καταγωγής πέρασε σχεδόν στα αζήτητα. Η επικαιρότητα των ημερών και η ειδησεογραφική “απόσταση” της μεγαλονήσου από την Ελλάδα ατόνησαν το ενδιαφέρον των εγχώριων Μ.Μ.Ε για μια είδηση σχετικά ασήμαντη. Κι όμως, ως ειρωνεία της τύχης, στο κοινοβούλιο της Ελλάδας η κυβέρνηση και το υπουργείο δικαιοσύνης προέβαιναν σε πολιτικά “παζάρια” για την αναγνώριση της λεγόμενης “Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης”. Οι δύο εθνικά ευαίσθητες περιοχές, Θράκη και Κύπρος, βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας συζήτησης περί ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων.

Για τη μεγαλόνησο, η ρωσική παρουσία δεν αποτελεί κάτι το πρωτόγνωρο. Ο ρόλος του ρωσικού παράγοντα στο νησί άρχισε να γίνεται όλο και πιο ενεργός σε οικονομικό, επενδυτικό αλλά και πολιτικό επίπεδο από το 1993, όταν επιτράπηκε σε φυσικά πρόσωπα να ιδρύσουν επιχειρήσεις εκτός Ρωσίας, μέχρι και τον Μάρτιο του 2013, όταν οι διαπραγματεύσεις για σύναψη δανείου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας μεταξύ Μόσχας και Λευκωσίας απέβησαν άκαρπες, προκαλώντας αναπόφευκτα το “κούρεμα” των καταθέσεων στις τράπεζες του νησιού και την είσοδο της Κύπρου στη (σύντομη) εποχή του μνημονίου. Παρόλα αυτά, οι Ρώσοι δεν γύρισαν την πλάτη στο νησί της Αφροδίτης, αντιθέτως σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής, στην Κύπρο διαμένουν 10.520 υπήκοοι της ρωσικής ομοσπονδίας ενώ περίπου διπλάσιος αριθμός (20.984) καταγράφηκε ως ρωσόφωνος. Αρκετοί από αυτούς κατάφεραν να αποκτήσουν την κυπριακή υπηκοότητα και να γίνουν πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όλα τα δικαιώματα που η ιδιότητα αυτή προσφέρει. Με επίκεντρο της δραστηριότητάς τους την Λεμεσό, διατηρούν σχολεία, συλλόγους, ραδιοφωνικούς σταθμούς και εκκλησίες. Η ρωσική παρουσία έχει αγκαλιαστεί από τους Ελληνοκυπρίους. Το τραύμα της εισβολής του 1974 καθιστά ανά διαστήματα ευάλωτο τον ελληνοκυπριακό πληθυσμό σε μυθολογίες, που υπάρχουν και στην Ελλάδα, περί ομόδοξων σωτήρων. Βέβαια, την προκειμένη στιγμή το ζητούμενο από το “ξανθός γένος” δεν είναι η “θεία” επέμβασή του για τη διάσωση του λαού και την απελευθέρωση από τον προαιώνιο εχθρό αλλά και τα κεφάλαιά του, αδιακρίτως πηγής. Μάλιστα, η κυπριακή κυβέρνηση υιοθέτησε το πρόγραμμα “χρυσή βίζα” σύμφωνα με το οποίο η κυπριακή υπηκοότητα προσφέρεται ως “ανταμοιβή” σε επενδυτές, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ρωσικής και ουκρανικής καταγωγής.

Ορισμένα από τα μέλη της δραστήριας ρωσικής κοινότητας, κάτοχοι της κυπριακής υπηκοότητας, αποφάσισαν να ιδρύσουν τον πολιτικό φορέα “Εγώ ο Πολίτης” απολαμβάνοντας εμπράκτως τα δικαιώματα του πολίτη. Ο νέος πολιτικός φορέας προτάσσει την ανάγκη εξευρωπαϊσμού (sic) και εκσυγχρονισμού της Κύπρου ενώ δεν έχει πάρει ξεκάθαρη θέση, μέχρι τώρα, για το ζήτημα της επανένωσης του νησιού.

Αρκετά βορειότερα, στη δυτική Θράκη, μια άλλη ομάδα πολιτών προσπαθεί να διατηρηθεί και να αναγνωριστεί ως σωματείο, διεκδικώντας το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και της ελευθερίας της έκφρασης. Τα μέλη του σωματείου αυτού, δεν απέκτησαν την ελληνική υπηκοότητα λόγω μακρόχρονης παραμονής τους στην Ελλάδα ή λόγω οικονομικής ευχέρειας που θα τους επέτρεπε να “εξαγοράσουν” την ιδιότητα του υπηκόου μια χώρας-μέλους της Ε.Ε. Αντίθετα, γεννήθηκαν ως ‘Ελληνες πολίτες, ζουν, εργάζονται, φορολογούνται, ενώ έχουν υπηρετήσει και στον Ελληνικό στρατό την θητεία που τους αναλογεί.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί αυτή η ομάδα πολιτών να μην μπορεί να εκφράσει έμπρακτα τα δικαίωμα της ελεύθερης ίδρυσης ενώσεων και σωματείων, της ελευθερίας της έκφρασης και της συνάθροισης. Η απάντηση κρύβεται σε έναν συναισθηματικά και ιστορικά φορτισμένο επιθετικό προσδιορισμό, στον προσδιορισμό “τουρκικός”. Ανατρέχοντας στο παρελθόν, το 1927 ιδρύεται η “Στέγη τουρκικής νεολαίας Ξάνθης” και το 1936 το πρωτοδικείο Ξάνθης επιτρέπει τη μετονομασία της σε “Τουρκική Ένωση Ξάνθης”. Τα μέλη της προέρχονται από τη μουσουλμανική-τουρκική μειονότητα της περιοχής με πληθώρα νόμιμων και ειρηνικών δραστηριοτήτων. Παρόλα αυτά, το 1983 υπό τη σκιά της ίδρυσης της Τ.Δ.Β.Κ. στην Κύπρο, το Πρωτοδικείο Ξάνθης κάνει δεκτό αίτημα του Νομάρχη Ξάνθης αρχικά για απαγόρευση του ονόματος του σωματείου και μετέπειτα για διάλυσή του με το σκεπτικό ότι το καταστατικό της Τ.Ε.Ξ. υποκινούσε σε πράξεις αντίθετες προς την έννομη τάξη. Από τότε ξεκινάει ένας μακρύς δικαστικός αγώνας ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και την εν λόγω Ένωση με κατάληξη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπου η χώρα μας καταδικάστηκε για παραβίαση αρκετών άρθρων της Σύμβασης-Πλαίσιο για την Προστασία των Μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Μια σύμβαση την οποία, ενώ έχει υπογράψει, αποφεύγει εντέχνως να κυρώσει στο εθνικό κοινοβούλιο. Η δημόσια συζήτηση περί της “Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης” αναζωπυρώθηκε με την κατάθεση στη Βουλή των Ελλήνων τροπολογίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης σύμφωνα με την οποία, η ελληνική κυβέρνηση θα συμμορφωνόταν με τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ και θα αναγνώριζε την Τουρκική Ένωση Ξάνθης επιτρέποντας τη νόμιμη λειτουργία της. Έπειτα από την αρχική άρνηση του κυβερνητικού εταίρου, η τροπολογία αποσύρθηκε και επανήλθε έπειτα από παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, αυτή τη φορά περιλαμβάνοντας την φράση “τηρουμένων και των διατάξεων του άρθρου 11 της Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου” ως δικλείδα ασφαλείας για την εδαφική ακεραιότητα και τη δημόσια τάξη.

Από τη δημόσια συζήτηση για την επίμαχη τροπολογία ξεπήδησαν για ακόμη μια φορά εθνικιστικά και αταβιστικά αντανακλαστικά μερίδας της ελληνικής κοινωνίας. Η αντιμετώπιση της μειονότητας στη Δυτική Θράκη παίρνει τον χαρακτήρα καχύποπτης εθελοτυφλίας. Το κράτος και η χριστιανική πλειοψηφία προτιμούν να βαυκαλίζονται με κατασκοπευτικά παιχνίδια, στρατιωτικές επιδείξεις, σκοτεινά αντιεθνικά σχέδια ανεχόμενοι την ισχύ του μουσουλμανικού θρησκευτικού δικαίου (Σαρία) και την ύπαρξη δύο μουφτιών, μιας νόμιμης (διορισμένης από το ελληνικό κράτος ουσιαστικά) και μιας παράνομης, η εκλογή της οποίας επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό και από τρίτους. Οι προσπάθειες για διάλογο λίγες, οι προσπάθειες για άνοδο του βιοτικού επιπέδου και για αναπτυξιακά έργα ημιτελείς. Ο εθνικισμός, που όντως παραμονεύει, αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο όλων εκείνων των μειονοτικών που δεν βλέπουν τη ζωή τους να αλλάζει, να βελτιώνεται. Η στασιμότητα και η οικονομική κρίση που χτύπησε μαζί με την Ελλάδα και την, ως επί το πλείστον αγροτική, μουσουλμανική μειονότητα, την κατέστησαν ευάλωτη σε εθνικές αφηγήσεις τρίτων. Το ζητούμενο όμως σε μια σύγχρονη φιλελεύθερη ευρωπαϊκή δημοκρατία, όπως θα έπρεπε να είναι η χώρα μας, είναι να αντιμετωπίζεται ο κάθε πολίτης με τον ίδιο τρόπο, να απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ελευθερίες αλλά και να του προσφέρονται οι ίδιες ευκαιρίες ώστε να πραγματώσει το προσωπικό του όραμα συμβάλλοντας στην πρόοδο του κοινωνικού συνόλου κάτω από τις αρχές της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Θα ήταν χρήσιμο να κάνουμε μια αντιστροφή των δύο γεγονότων. Πόσο πιο ανεκτικοί και συνεργάσιμοι θα ήμασταν ως κοινωνία απέναντι σε μια εύπορη μειονότητα, η οποία θα επένδυε στη χώρα με τα εισαγόμενα από τη “μητέρα πατρίδα” κεφάλαια; Πόσο φιλόξενοι θα ήμασταν απέναντι σε μια μειονότητα που θα ικανοποιούσε στο έπακρο το εθνικό φαντασιακό και τις πατριωτικές ονειρώξεις κάποιων; Φοβάμαι πως θα είχαμε μια πολύ πιο θετική στάση απέναντι στη φτωχή και εύκολα χειραγωγούμενη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Φυσικά και οι Ρώσοι της Κύπρου δεν αποτελούν μια μειονότητα νομικά και τυπικά  ίσως αποτελούν μια ισχυρή ομάδα πίεσης, μερίδα της οποίας ίδρυσε έναν πολιτικό φορέα, μια “μειονότητα του χρήματος” για τους ολιγάρχες που προτιμούν θερμότερα κλίματα απ’ αυτό της Ρωσίας για τους ίδιους και τα κεφάλαιά τους. Η κυπριακή κοινωνία τους αγκάλιασε και τους αποδέχτηκε και ίσως στο μέλλον επικροτήσει και εκλογικά την προσπάθειά τους.

Ακόμα κι αν στις δύο αυτές γωνιές του ελληνισμού φαίνεται να ισχύουν διπλά ηθικά (και εισοδηματικά) κριτήρια για του πολίτες των κρατών τους, οφείλουμε να δούμε πρώτα τον άνθρωπο-πολίτη με τις ανάγκες και τα προβλήματά του, να συζητήσουμε μαζί του ανεξαρτήτως φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού, πολιτικής τοποθέτησης, και να χαράξουμε μαζί, ως μια ώριμη κοινωνία πολιτών, τον δρόμο για μια πραγματικά κοινωνικά δίκαιη, φιλελεύθερη, πλουραλιστική και ανεκτική σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s