Η αλλόκοτη επιστροφή του ομοίου, της Αναστασίας Βράτζια

Την περασμένη χρονιά, οι εκδόσεις Άγρα μάς σύστησαν εκ νέου στο έργο του Sheridan Le Fanu, ο οποίος υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του ιρλανδικού γοτθικού είδους, παρουσιάζοντας «Το άγρυπνο μάτι» (The Watcher) σε εξαιρετική μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου και επίμετρο της Ευαγγελίας Κουλιζάκη. Παρότι ο Le Fanu δεν είναι ευρέως γνωστός στο ελληνικό κοινό, οι ιστορίες φαντασμάτων του αποτελούν τις καλύτερες του είδους, ενώ η κρυπτική γραφή του και η πρωτότυπη, για τα δεδομένα της βικτωριανής εποχής, θεματική του (σ.σ. η Καρμίλα είναι μία από τις πρώτες νουβέλες βαμπιρικής λογοτεχνίας και από τις πρώτες λεσβιακές απεικονίσεις) ενέπνευσαν τους δημοφιλέστερους ομοτέχνους του όπως τους M.R James, Bram Stoker και Henry James. Κύρια πηγή έμπνευσής του υπήρξαν οι εφιάλτες του, καθώς και η ακραία ψυχική διαταραχή από την οποία υπέφερε η γυναίκα του, Susanna Benett, για τον θάνατο της οποίας θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο. Συνήθιζε να γράφει τις ιστορίες του κατά τη διάρκεια της νύχτας, γι’ αυτό κι απέκτησε το προσωνύμιο «ο Αόρατος Πρίγκηψ».

«Το άγρυπνο μάτι» ανήκει στις αρχετυπικές ιστορίες αυτοκτονίας του Le Fanu. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, ο πλοίαρχος Μπάρτον, κομπορρημονεί για τον ορθολογισμό του, δηλώνοντας ότι «υπήρξε εκείνος ο ίδιος, ένας άνθρωπος, λόγω των μακροχρόνιων σταθερών πεποιθήσεών του, χωρίς ίχνος στον, κατά το κοινώς λεγόμενο, υπερφυσικό παράγοντα» (σελ. 36). Η σιγουριά αυτή σύντομα θα κλονιστεί, όταν κατά την επιστροφή του από την οικία της μνηστής του, λαίδης Μόνταγκιου θα έρθει σε επαφή με τον (υπαρκτό;) διώκτη του, ο οποίος αναφωνεί «Ακόμα ζωντανός! Ακόμα ζωντανός!» (σελ. 64).

Ο πλοίαρχος Μπάρτον φοβάται και αγνοεί, ταυτόχρονα, τον διώκτη του. Όσο ο καιρός περνά και οι αναμετρήσεις πληθαίνουν, τόσο το πνεύμα του πρωταγωνιστή μας ατονεί, καθιστώντας την αφήγησή του αναξιόπιστη, ενώ η κοινωνική του θέση παίρνει την κατιούσα – η εμφανής κατατονία, η μελαγχολία ήταν δείγματα μη λειτουργικότητας, μη παραγωγικότητας και στην βικτωριανή εποχή.

«Δεν θα περίμενε, βεβαίως, κανείς ότι οι αλλαγμένες και εκκεντρικές συνήθειες του πλοίαρχου Μπάρτον θα διέφευγαν για καιρό από την προσοχή και το σχολιασμό. Ποικίλες ήταν οι θεωρίες που διατυπώθηκαν για να τις ερμηνεύσουν. Κάποιες απέδιδαν τη μεταβολή στην πίεση κρυφών οικονομικών δυσχερειών͘ άλλες, σε απροθυμία του να ολοκληρώσει έναν αρραβώνα στον οποίο είχε δήθεν εμπλακεί υπερβολικά αστόχαστα͘ και άλλες πάλι στην απαρχή ψυχικής ασθένειας, και αυτή η τελευταία εκδοχή εθεωρείτο η πιθανότερη και η πιο ευρέως αποδεκτή από όλες όσες κυκλοφορούσαν στα εφήμερα κουτσομπολιά.» (σελ.81).

Παραδομένος στους μελαγχολικούς δαίμονές του, ο Μπάρτον αναγνωρίζει ότι έχει χάσει τη μάχη με τη λογική. Ο διώκτης μετατρέπεται σε φαντασιακό (;) προάγγελο θανάτου και λυτρωτή από μια παλιά και καλά θαμμένη αμαρτία του, και παρά τις επίμονες προσπάθειες του φιλικού κύκλου του για εκλογίκευση της εμπειρίας, ο Μπάρτον ηττάται από το παρελθόν του.

«Η ιδέα της απόλυτης μοναξιάς, έστω και για ένα λεπτό, είχε γίνει γι’ αυτόν σχεδόν τόσο αφόρητη όσο και η ιδέα να βγει έξω σε δημόσιο δρόμο͘ επρόκειτο για μια ενστικτώδη προσμονή του επερχόμενου.» (σελ. 109)

Οι γοτθικές ιστορίες του Le Fanu διαθέτουν αυτεπίγνωση, κλείνοντας πονηρά το μάτι στον αναγνώστη, ενώ η κλιμάκωσή τους χτίζεται περισσότερο επάνω στην αμφισημία των γεγονότων, παρά σε αιματηρές περιγραφές, επιφέροντας τον νοητικό τρόμο ακόμη και στον πιο ψύχραιμο αναγνώστη. Οι άρτιες αφηγηματικές τεχνικές του Ιρλανδού συγγραφέα έχουν την ικανότητα να παρασύρουν τον αναγνώστη σε σκοτεινές ατραπούς, βυθίζοντάς τον στην υπνωτική αμφιβολία: αυτό που κυνηγά τον ήρωα της ιστορίας είναι οι Ερινύες ή ένας υπερφυσικός δαίμων; Και είναι αυτή η ξεχωριστή ικανότητα του Sheridan Le Fanu να εκμεταλλεύεται την ευπάθεια του ανθρώπινου μυαλού που τον κατατάσσει στους δεξιοτέχνες της λογοτεχνίας του φανταστικού. Ως ειδολογικό γνώρισμα, το φανταστικό μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας υπερφυσικής εισβολής στον «φυσιολογικό», γήινο κόσμο, μπορεί όμως και να προέρχεται από τα μύχια του θρυμματισμένου ψυχισμού του πρωταγωνιστή.

Ο φαντασιακός τόπος που διαπραγματεύεται ο Le Fanu στις ιστορίες μυστηρίου του εκπληρώνει τον ορισμό του φανταστικού όπως τον διατύπωσε ο θεωρητικός Τσβετάν Τοντόροφ «ως τον δισταγμό ενός ανθρώπου να (ανα)γνωρίζει μόνο τους νόμους της φύσης καθώς έρχεται αντιμέτωπος σε επαφή με ένα –εμφανώς- υπερφυσικό γεγονός.» Ερμηνεύοντας από αυτήν την σκοπιά την παρούσα ιστορία τρόμου, θα την κατατάσσαμε στο είδος του φανταστικού παράξενου, κατά το οποίο το γεγονός που συμβαίνει, είναι στην πραγματικότητα κάποιου είδους ψευδαίσθηση που έχει πιθανώς προκληθεί με τη σειρά της από κάποιου είδους ηθική μάχη, η οποία διαδραματίζεται στον διαταραγμένο ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή. Η κυρίαρχη αίσθηση σε αυτού του είδους τις αφηγήσεις είναι αυτή του ανοίκειου. Σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία, το ανοίκειο πηγάζει από τον τρόμο όχι κάποιου πράγματος εξωτερικά ξένου ή άγνωστου, τουναντίον, από κάτι εξαιρετικά οικείο, που ξεπερνά τις προσπάθειές μας να ξεχωρίσουμε τους εαυτούς μας από αυτό.

Η λογοτεχνία του φανταστικού, αν και είδος παραγνωρισμένο ανά τους καιρούς, πλέον χαίρει υποδοχής ανάμεσα στους σύγχρονους διανοητές, καθώς αναγνωρίζουν σε αυτήν ωφέλιμους σπόρους μιας φιλοσοφίας και πολιτικής κριτικής που επείγει. Η υπόγεια κι απόκοσμη ενέργεια του είδους είναι ικανή να αφηγηθεί αλληγορικά τις ματωμένες και αποκρουστικές αλήθειες της εποχής μας.

Πηγές:
Todorov, Tzvetan, and Richard Howard. The fantastic: a structural approach to a literary genre. Cornell Univ. Pr., 2007
Freud, Sigmund, et al. The uncanny. Penguin Books, 2003.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s