Ποιοι Είμαστε

Ο αυτοαποκαλούμενος φόβος της πλάνης γίνεται γνωστός μάλλον ως φόβος της αλήθειας”
– Hegel, Φαινομενολογία του Νου

Οι καιροί της κρίσης αναδιαμόρφωσαν το τοπίο του εγχώριου δημόσιου λόγου και των συλλογικών νοοτροπιών. Το οικονομικό σοκ και η απώλεια κάθε εθνικού ορίζοντα προσδοκίας παρήγαγαν σύγχυση και αβεβαιότητα, ματαίωση και θυμό, δομική ανασφάλεια. Στο έδαφος αυτής της συναισθηματικής διάψευσης, αναδύθηκαν οι κυρίαρχοι λόγοι και τόνοι της περιόδου: μια επιστημονική οικονομολογία που, προσπαθώντας να απαντήσει σε εύλογες και αμετάθετες απορίες, μετατράπηκε σε εύπεπτο και διάχυτο οικονομισμό, σε πολιτική οικονομία της λαϊκής οργής· ένας τυφλός αριστερός ριζοσπαστισμός της βούλησης για ιστορική δικαίωση και της παράκαμψης κάθε πλαισίου ρυθμιστικών κανόνων· ένας ρηχός, εργαλειακός και ενοχοποιητικός μεταρρυθμισμός που δεν επικοινώνησε ποτέ με τις πηγές της κοινωνικής δυσφορίας· η καθήλωση στο θυμικό στάδιο της Αγανάκτησης, που τροφοδότησε τους τοξικούς αριστερούς και δεξιούς λαϊκισμούς, καθώς και τον ακροδεξιό αντικοινοβουλευτικό μηδενισμό, και σημάδεψε το πολεμικό ύφος της περιόδου.

Η εμπειρία της αριστερής διακυβέρνησης κλόνισε αμετάκλητα τις ταυτοτικές στρατηγικές της κρίσης και μας επανέφερε στο έδαφος της γυμνής ανασφάλειας. Η υπερπολιτική μεταστράφηκε σε αδιαφορία και αναχώρηση από το πολιτικό, η αγανάκτηση σε δύσθυμη σιωπή, το πνεύμα της συλλογικής κινητοποίησης σε αμήχανη και αμυντική αδράνεια. Οι βεβαιότητες διαλύθηκαν σε μια παθητική, βουβή στάση ενατένισης. Ο αναστοχασμός των μνημονιακών καιρών δεν ήρθε ποτέ· απορροφήθηκε από το εύθραυστο άρμα των κυβερνητικών τακτικισμών και του πάθους για αυτοσυντήρηση.

Πέρα από τις πολιτικές και ιδεολογικές περιπέτειες της κρίσης, βρεθήκαμε ενώπιον της επιστροφής (και επανεπένδυσης) αρχαϊκών πολιτισμικών στάσεων: του κιτς αντιστασιακού λυρισμού και της μαζικής συνωμοσιολογίας, της αιώνιας αντιδυτικής εμμονής και της γεωστρατηγικής σοφίας, του ποικιλόχρωμου εθνοαπομονωτισμού, της γνωστικής ασυμφωνίας μιας φιλελεύθερης και εξατομικευμένης κοινωνίας που συνεχίζει να καταδιώκεται από τις κοινοτιστικές και αντιφιλελεύθερες επιβιώσεις της. Ακόμη και στο λογοτεχνικό πεδίο, επανήλθε, υπό το αίτημα της “λογοτεχνίας της κρίσης”, η πλέον αναχρονιστική εκδοχή καλλιτεχνικής στράτευσης -αυτοθυματοποίηση και εθνικός ναρκισσισμός, εργαλειοποίηση και επίδειξη της κοινωνικής οδύνης. Ένας διάχυτος ιστορικός σχετικισμός θέλησε, ακόμη, να μας πείσει ότι ζούμε μια νέα δεκαετία του ’40, ένα νέο εμφύλιο, ότι η αποικιοκρατία επιβιώνει με τη μορφή της “γερμανικής μπότας” και των “αποικιών χρέους”. Εγκλωβιστήκαμε στο πάθος της αντίθεσης: εμείς ή αυτοί, λαός ή ελίτ, ευρώ ή δραχμή, Ε.Ε. ή επιστροφή στο εθνικό κράτος, ναι ή όχι.

Για πολλούς από εμάς, που τα χρόνια της πνευματικής και πολιτικής μας διαμόρφωσης συνέπεσαν με την περίοδο της σκληρής “δομικής προσαρμογής” της ελληνικής κοινωνίας, η εμπειρία της τελευταίας οκταετίας ήταν δύσκολη. Αποτέλεσε -και συνεχίζει να αποτελεί- μια δοκιμασία ενηλικίωσης και συνδιαλλαγής με το περιρρέον κλίμα των ισχνών προσδοκιών και των επισφαλών ελπίδων. Ριχτήκαμε σε μια ασφυκτική, για το πνεύμα και το σώμα, συνθήκη. Η δεκαετία του 2010 ήταν για εμάς μια πορεία ανάμεσα σε ακραία φαινόμενα, εγχώρια και διεθνή.

Ωστόσο, πιστεύουμε ακόμη στη δυνατότητα ενός κριτικού μοντερνισμού, ενός αναστοχαστικού και αυτοκριτικού λόγου, μιας ερμηνευτικής ικανής να δεσμευτεί σε αξίες και να διαυγάσει φαινόμενα, μιας απαιτητικής όρασης που μπορεί να διεκδικήσει μια θέση δίπλα και ενάντια στις σύγχρονες εθνικές κοινοτοπίες και τους ταυτοτικούς κομφορμισμούς της εποχής.

Η Πλάνη επιθυμεί να παρέμβει στην πολύπαθη ελληνική δημοσιότητα με το αίτημα μιας πολύπλευρης κριτικής του παρόντος. Μακριά από τη λογική των πολιτικών και πολιτισμικών μανιχαϊσμών της προηγούμενης περιόδου· μακριά από το πνεύμα των ίσων αποστάσεων και της κριτικής ατολμίας, επιθυμούμε να συνδεθούμε με τη ρίζα μιας κριτικής και αυτόνομης πνευματικότητας, ενός πνευματικού ριζοσπαστισμού που αρνείται να λογοδοτεί σε ορθοδοξίες και νεοδογματισμούς και αφήνει το βλέμμα και τον λόγο να αναπνεύσουν. Η κριτική ελευθερία που διεκδικούμε δεν θεμελιώνεται στο κενό· αντιθέτως, δεσμεύεται στην υπεράσπιση των φιλελεύθερων αξιών, του δημοκρατικού ατομικισμού, του πολιτικού και πολιτισμικού πλουραλισμού και της έλλογης αντιπαράθεσης των ιδεών. Στα πλαίσια μιας διαλεκτικής του επίκαιρου και του ανεπίκαιρου, θα επιδιώξουμε να συνομιλήσουμε με στιγμές και εμπειρίες μιας πολύμορφης (φιλοσοφικής, ιστορικής, πολιτικής, λογοτεχνικής) παράδοσης, αποφεύγοντας να υποκύψουμε τόσο στην τυραννία του επικαιρικού όσο και στους πειρασμούς της απόδρασης από τη φλέγουσα επικράτεια του παρόντος. Αυτό που μας ενδιαφέρει πρωτίστως είναι να πάρουμε τον λόγο, να ανοίξουμε τη συζήτηση και να εκτεθούμε στους κινδύνους και τις προκλήσεις της δημόσιας σφαίρας. Όπως έλεγε, με μια δόση ειρωνείας, ο Flaubert στο Λεξικό των κοινών τόπων: “Question: La poser c’est la résoudre”.

*Φωτογραφία: Jean Baudrillard, Bastille (1998)